Monday, April 30, 2007

Ανευλαβής και τιμημένη

Λένας Κιτσοπούλου: Νυχτερίδες

Η βράβευση της Λένας Κιτσοπούλου ως προωτοεμφανιζόμενης λογοτεχνιδας απο το περιοδικό Διαβάζω δείχνει για μια ακόμη φορά ότι το κύκλωμα των κριτικών και δημοσιογράφων του βιβλίου έχει τους- τις «προτεζέ» του και τους –τις αναδεικνύει σε κάθε ευκαιρία.

Ηταν φανερό ότι τα διηγήματα της Κιτσοπούλου, γραμμένα με τη μπαναλιτέ μιας πρωτόλλειας συγγραφέως που κραυγάζει, είχαν πάρει τη θέση τους στο λογοτεχνικό στερέωμα πριν ακόμη τυπωθούν. Πολλοί έσπευσαν να βρούν τη μακροσκοπική και μικροσκοπική τους κηλίδα στο χρονοχώρο της ελληνικής λογοτεχνίας ανάγοντας τη μετριότητα και την απόλυτη απαισιοδοξία σε ευρηματική λογοτεχνική μανιέρα.

Προσωπικά διάβασα τις «Νυχτερίδες» και δηλώνω απογοήτευση για τη θεματολογία, τη γραφή και το ύφος. Αισιοδοξώ πως υπήρχαν πιό φερέλπιδες συγγραφείς στη νέα ελληνική γενιά και πως απλά αδικήθηκαν για χάρη των ισορροπιών και της παρέας!

Επειδή το θέμα σηκώνει συζήτηση θα ανοίξω σε ελεύθερο διάλογο το μπλόγκ μου. Οσοι έχετε άποψη για τη λογοτεχνία μπορείτε να συμμετάσχετε:

Μετά τιμής
Κατοικίδιο

Άλλοι χρωστούν, άλλοι πληρώνουν

Του Πέτρου Τατσόπουλου (ΤΑ ΝΕΑ)


Με μια συλλογή από ανευλαβή διηγήματα, την πρώτη κατάθεσή της στην πεζογραφία, η τριανταπεντάχρονη ηθοποιός Λένα Κιτσοπούλου ασχολείται με τη ζωή που ζούμε μονάχα μέσα στο κεφάλι μας. Θέλετε να μάθετε πώς θα ήταν η αληθινή ζωή εάν αυτός ο μυστικός βίος του καθενός μας αναδυόταν και στην επιφάνεια; Δεν είμαι σίγουρος ότι θέλετε
«Αυτό που φούντωνε μέσα μας και δεν είχε πού να πάει». Εδώ έγκειται η διαφορά - η υπεροχή, αν προτιμάτε - της λογοτεχνίας από την αληθινή ζωή. Στη λογοτεχνία, αυτό που φουντώνει μέσα μας, έχει πού να πάει. Πάει στο χαρτί και, τις περισσότερες φορές, χωρίς να πρέπει να καταβάλουμε το παραμικρό τίμημα, απεναντίας, μπορεί να το εξαργυρώσουμε κι από πάνω. Η αληθινή ζωή δεν είναι εξίσου ανεκτική. Στην αληθινή ζωή, οι δύο από τους τρεις ήρωες της Κιτσοπούλου θα βρίσκονταν τώρα πίσω από τα σίδερα - και μόλις πριν από σαράντα χρόνια, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Στον κόσμο της Κιτσοπούλου, όπως αυτός αποτυπώνεται σε δώδεκα διηγήματα, οι παιδοκτονίες και οι παιδεραστίες δεν παρουσιάζουν τα ίδια χαμηλά ποσοστά που παρουσιάζουν και στην πραγματικότητα. Βλέπετε, στο δικό της δικαστήριο αρκούν και μόνο οι προθέσεις σου για να παραπεμφθείς - χώρια που, με τον πιο φυσικό τρόπο, οι προθέσεις σου εδώ πάντα υλοποιούνται. Είσαι παιδεραστής από τη στιγμή που σκέφτηκες να γίνεις παιδεραστής, είσαι παιδοκτόνος από τη στιγμή που σκέφτηκες να γίνεις παιδοκτόνος.
Ανάλαφρη χάρη
Τη μικρή λακκούβα ανάμεσα στην πρόθεση και την υλοποίηση - για τους πιο πολλούς από εμάς, ένα αβυσσαλέο χάσμα - οι ήρωες της Κιτσοπούλου την υπερπηδούν με ανάλαφρη χάρη. Χάνουν έτσι σε αληθοφάνεια στον δικό μας κόσμο - ποιος θα έπνιγε με καρβουνιασμένα μπιφτέκια το παιδί του ή ποιος θα έχωνε το κεφάλι του σπλάχνου του στη λεκάνη της τουαλέτας; - αλλά κερδίζουν σε αληθοφάνεια στον δικό της. Είναι από τα πιο ρεαλιστικά, σχεδόν νατουραλιστικά διηγήματα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια - κι ας είναι σχεδόν αδύνατον να συμβούν πραγματικά. Συμβαίνουν στο μυαλό μας. Αυτό αρκεί.
Δεν είναι μια συνηθισμένη ηδονοβλεψίας
Οι ήρωες της Κιτσοπούλου είναι αφόρητα, εξουθενωτικά καθημερινοί. Το δεκατριάχρονο που θέλει να πηδηχτεί και κάθε απαγόρευση την ερμηνεύει ως προτροπή (διαβάστε το ιδίως εσείς που πιστεύετε ότι μπορείτε να βάλετε χαλινό στις ορμές της κόρης σας). Ο μπάτσος που δέρνει τη μικρή του αδερφή, ενώ θέλει να τη γαμήσει - τη δέρνει ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ τη γαμήσει. Ο μοιχός μίζερος που δεν βρίσκει το κουράγιο να ομολογήσει στη γυναίκα του ότι την απατάει - και ως θεία δίκη, χάνει και την πτήση με τη νέα του αγάπη. Ο αυτόχειρ που καλεί το βράδυ της αυτοχειρίας του εκείνους ακριβώς που απεχθάνεται. Ο παιδεραστής που ξεσπάει στην κόρη του, αφού δεν μπορεί να έχει την ανιψιά του. Το πρεζόνι που δίνει τον γιο της στους γύφτους - με τι υπέροχα ειρωνικό τέλος κλείνει αυτό το διήγημα. Ο παρίας που θέλει - αλλά δεν θα προλάβει, θα σκάσει από ευτυχία - να παντρευτεί την πουτάνα. Ο τύπος που πεθαίνει - το πιο σπαραχτικά γελοίο! - από τον φόβο και μόνο του θανάτου. Η υποκρισία μιας κηδείας, με τους ζωντανούς κατά βάθος ικανοποιημένους με την ίδια την (αυτο)επιβεβαίωση της ζωντανίλας τους. Όχι, πρέπει να το παραδεχτούμε. Η Κιτσοπούλου δεν είναι μια συνηθισμένη ηδονοβλεψίας της ανθρώπινης ιλαροτραγωδίας. Δεν ξέρω πόσο συμπαθητική θα σας φανεί - ελάχιστα, υποθέτω -, ούτε αν θα θέλατε να κάνει παρέα με τον γιο σας. Από μιαν άποψη, μάλλον θα αισθανθείτε ανακούφιση που είναι απλώς αντίτυπο και όχι η διπλανή νοικάρισσα. Έτσι άλλωστε δεν θα έπρεπε να είναι πάντα οι συγγραφείς; Κατάλληλοι μονάχα για να τους διαβάζεις;

Δεν θα σας συνιστούσα απαραίτητα να διαβάσετε αυτά τα διηγήματα. Εάν μολαταύτα το ρισκάρετε, δεν θα σας συνιστούσα να βιαστείτε να τα αποτιμήσετε. Σε μια πρώτη ανάγνωση, η Κιτσοπούλου θα σας δώσει την εντύπωση ότι ακολουθεί τη σχολή Ταραντίνο, μια σχολή που καταφεύγει στη σκληρότητα επειδή νομίζει ότι μόνο αυτή μπορεί να κρατήσει ανοιχτά τα μάτια του θεατή - αναγνώστη. Το να σας δηλώσω έπειτα ότι πίσω από το παραβάν της σκληρότητας κρύβεται ένας εύθραυστος ψυχισμός πιθανόν να σας οδηγήσει επίσης σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Μην πάει ο νους σας σε καμία πληγωμένη γαζέλα διότι πάλι θα πέσετε απελπιστικά έξω.
Ουρλιάζει
Η Κιτσοπούλου δεν ψαρεύει τον οίκτο του αναγνώστη με υποκριτική επίδειξη αναλγησίας, ούτε προσπαθεί να εκμαιεύσει αντιδράσεις του τύπου «αχ, τι θα τράβηξε κι αυτό το καημένο στη ζωή του». Πολύ απλά, η Κιτσοπούλου δεν ανέχεται - και ουρλιάζει πως δεν το ανέχεται - την αναβολή ή τη ματαίωση της επιθυμίας, σε όλη την γκάμα της επιθυμίας, από το σεξ έως τον φόνο. Η αναβολή και πόσο μάλλον η ματαίωση θα οδηγήσουν αναπόφευκτα στη δημιουργία καρκινώματος. Από εκεί και ύστερα οι ήρωές της - εμείς - είτε θα επιτρέψουν στο καρκίνωμα να εξαπλωθεί είτε θα δώσουν μια ύστατη μάχη χτυπώντας - κατά πάσα πιθανότητα - τον λάθος στόχο. Άλλοι μάς φταίνε και αλλού ξεσπάμε. Άλλοι χρωστούν και άλλοι πληρώνουν.
Αν διαβάσετε προσεχτικά το καθημερινό αστυνομικό δελτίο - «τόσο καλός άνθρωπος», δηλώνει σύσσωμη η γειτονιά, «κι έκοψε το λαρύγγι του άλλου επειδή του κορνάρισε;» - θα διαπιστώσετε ότι τα μονοπάτια που περιγράφει η Κιτσοπούλου, τα μονοπάτια που οδηγούν στην αλυσιδωτή αντίδραση και τελικά στην έκρηξη, δεν είναι ούτε σπάνια ούτε δύσβατα. Με μια δρασκελιά βρίσκεσαι απέναντι. Εντάξει, εγώ δεν θα κάνω τη δρασκελιά. Ούτε εσείς, ούτε οι πιο πολλοί. Η Κιτσοπούλου όμως καταγράφει την πρόθεση της δρασκελιάς ωσεί δρασκελιά. Και μόνο που σκέφτηκες να περάσεις απέναντι, βρίσκεσαι εκεί ήδη.

11 comments:

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Katoikidio,
καταλαβαίνω γιατί δεν σου άρεσαν τα διηγήματα, αλλά καταλαβαίνω επίσης γιατί άρεσαν στην κριτική επιτροπή. Για να δούμε όμως αν όντως άξιζαν τη βράβευση, θα πρέπει να τα συγκρίνουμε με τα άλλα πρωτόλεια της εσοδείας του 2006. Προσωπικά αν ψήφιζα, θα έδινα την πρώτη μου ψήφο αλλού, αλλά αναγνωρίζω την ποιότητα και της Κιτσοπούλου. Ετοιμάζω ένα ποστ με σύγκριση όλων (;) -πολλών τέλοσπάντων- πρωτοεμφανιζόμενων, όπου και θα αναπτύξω πιο διεξοδικά τη θέση μου.
Πατριάρχης Φώτιος

katoikidio said...

Αγαπητέ Πατριάρχη,
Ειλικρινά δεν έχω εικόνα απο τα έργα των υπόλοιπων πρωτοεμφανιζόμενων. Είμαι στη διαδικασία τη ανάγνωσης των βιβλίων της λίστας. Θα με ενδιέφερε να δώ την αναλυτική σας άποψη επ' αυτών. Πάντως, τα διηγήματα της Κιτσοπούλου δεν πείθουν ούτε ως αφετηρία μύθου ούτε ως γλώσσα ούτε ως στύλ. Φοβάμαι πως η επιλογή είναι απόρροια παρείστικης νοοτροπίας κι αυτό έχει αρχίσει να κουράζει τη λογοτεχνική αγορά. Συμφωνείτε;

Nikos said...

Έτσι όπως τα γράφει ο Τατσόπουλος, μου θυμίζει τους παπάδες και τους θεολόγους που λένε ότι γεννιόμαστε αμαρτωλοί πριν δούμε το φως! Και πού ξέρει ότι αυτά που γράφει η νεαρά είναι "η ζωή που ζούμε μέσα στο κεφάλι μας"; Μόνο διεστραμμένοι θα τα έγραφαν αυτά, που σημειώνει ο Πέτρος ότι είναι οι ήρωες της Κιτσοπούλου: "Το δεκατριάχρονο που θέλει να πηδηχτεί και κάθε απαγόρευση την ερμηνεύει ως προτροπή (διαβάστε το ιδίως εσείς που πιστεύετε ότι μπορείτε να βάλετε χαλινό στις ορμές της κόρης σας). Ο μπάτσος που δέρνει τη μικρή του αδερφή, ενώ θέλει να τη γαμήσει - τη δέρνει ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ τη γαμήσει. Ο μοιχός μίζερος που δεν βρίσκει το κουράγιο να ομολογήσει στη γυναίκα του ότι την απατάει - και ως θεία δίκη, χάνει και την πτήση με τη νέα του αγάπη. Ο αυτόχειρ που καλεί το βράδυ της αυτοχειρίας του εκείνους ακριβώς που απεχθάνεται. Ο παιδεραστής που ξεσπάει στην κόρη του, αφού δεν μπορεί να έχει την ανιψιά του. Το πρεζόνι που δίνει τον γιο της στους γύφτους - με τι υπέροχα ειρωνικό τέλος κλείνει αυτό το διήγημα. Ο παρίας που θέλει - αλλά δεν θα προλάβει, θα σκάσει από ευτυχία - να παντρευτεί την πουτάνα..." Δηλαδή, τι θέλουν να μας παραστήσουν ο Τατσόπουλος και η προστατευομένη του; Τι είδους λογοτεχνία είναι αυτή; Η περιπτωσιολογία (που έχει εξαντληθεί στο εξωτερικό) δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να αποτελεί φαινόμενο ελληνικό...

Katoikidio said...

Αγαπητέ Νίκο,
Θα συμφωνήσω μαζί σας. Η περιπτωσιολογία του περιθωρίου δεν ανάγει τα απλοϊκού ύφους διηγήματα σε λογοτεχνήματα. Το ακραίο δεν είναι απαραιτήτως τέχνη. Το απαισιόδοξο δεν είναι άλλοθι.

Katoikidio said...

Πάντως, υπάρχει μια τάση να ανακυκλώνονται οι φίλοι και να βραβεύονται οι παρέες!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Κατοίκιδιο,
δημοσίευσα σήμερα (4.5.2007) τη συγκριτική ανάλυση των νεοεμφανιζόμενων του 2006. Από εκεί και έπειτα, κάθε αναγνώστης κρίνει ο ίδιος.
Ευχαριστώ
Πατριάρχης Φώτιος

ethos said...

katoikidio πάντα δεν ήταν έτσι και πάντα δεν θάναι έτσι; Δεν ε ίναι πολύ φυσικό;

nikos η πρωτοτυπία είναι το ζητούμενο, το κάτι νέο, το κάτι γαργαλιστικό, το highlight για το οποίο οι Λένες θα γίνουν θέμα των Πέτρων. Απλά μαθηματικά δεν είναι; Ο Ελληνας αναγνώστης δε, στην πλειοψηφία του, δεν γνωρίζει πως αυτή η περιπτωσιολογία έχει εξαντληθεί στο εξωτερικό. Το μόνο καλό είναι πως συνήθως δεν μασάει τέτοιες νουβοτέ. Αντίθετα με τας επιτροπάς που κάπως πρέπει κάτι να πουν και αυταί καινούργιο - να κάνουν μία πρόταση.

αααααχχχχχχχχχχχχχ

κατοικίδιο said...

Έθος καλώς ήρθατε στο μπλόγκ,
Επειδή υπάρχει η παρέα και όλα γίνονται σ'αυτό το πνεύμα, δεν σημαίνει ότι θα το καταπίνουμε διαρκώς χωρίς κριτικές παρεμβάσεις. Επανερχόμενο στο θέμα Κιτσοπούλου, ειλικρινά πιστεύω ότι το βιβλίο της δεν προμηνύει συνέχεια. Με βάση λοιπόν αυτό το κριτήριο για τη βράβευση ενός πρωτοεμφανιζόμενου, θεωρώ ότι ήταν άκυρη η επιλογή και πολύ περιορισμένης λογικής. Επιτέλους, ο τόπος ας προχωρήσει λίγο παραπέρα.
Αυτά

ethos said...

Δεν διαφωνώ μαζί σας. Εχετε δίκιο! Απλώς αυτό το έργο πάιζεται καιρό χωρίς προοπτική να κατέβει - κόβει καλά εισητήρια. Οπότε.........

Συγχωρήστε μου την απαισιοδοξία.

Nikos said...

Ξέρετε, είναι σα να δίνει κάποιος το σύνθημα. Έτσι έγινε και με τη νεαρά που μοιράσηκε το βραβείο με τον Κουμανταρέα. Η συγχορδία των υμνολόγων άρχισε το έργο της. Είναι κρίμα που μας απασχολεί. Το άτομο ζει σε άλλο πλανήτη και οι δημοσιογράφοι που ασχολούνται μαζί της... Διάβασα μια συνέντευξη του Ισμαήλ Κανταρέ που μεταξύ άλλων είπε ότι «ο συγγραφέας είναι τα βιβλία του, όχι οι δηλώσεις του»! Γι' αυτό σας λέω, αν βρείτε το χθεσινό "Ε" της Κυρ. Ελευθεροτυπίας, διαβάστε τη συνέντευξή της... Τι μας νοιάζει εμάς αν θέλει να παντρευτεί ξένον και όχι Έλληνα; Αυτά. Και, η ζωή δεν σταματά στα βραβεία. Αρχίζει κάθε πρωί! Φιλικά, Ν.λ.

Anonymous said...

Ιδιαίτερα "πουριτανικά" τα σχόλια σας... Με απογοητεύει το ελληνικό αναγνωστικό κοινό που ενώ δεν σοκάρεται από την τηλοψία και την ελληνική πραγματικότητα, αποδοκιμάζει την προσπάθεια για κάτι ριζοσπαστικό στη γλυκανάλατη πλεον Ελληνική Λογοτεχνία, που βγάζει εκτρώματα ακόμη και για το είδος της παραλογοτεχνίας βλ. Μαμάδες Βορείων Προαστίων. Βάλλετε εναντίον της θεματολογίας της που μεν καταλήγουν σε μια υπερβολή, αλλά μην ξεχνάμε ότι και η υπερβολή είναι λογοτεχνικός "τρόπος". Η λογογεχνία συντίθεται από τη μορφή και το περιεχόμενο, στοιχεία που αλληλοεπηρρεάζονται. Οι υπερβολές της Κιτσοπούλου ανοίγονται στο χώρο του γκροτέσκο, ενώ στο αφήγημα "Σάκης" η επιλογή της οπτικής γωνίας ενος γάτου ( που μας αποκαλύπτεται παρά μόνο στο τέλος δημιουργώντας ένα παραξένισμα) και το πλέγμα της ειρωνείας που δημιουργείται από την αδυναμία του αφηγητή να φωνάξει γι αυτά που βλέπει (όπως οι θεατές μιας τραγωδίας ή ακόμη κι εμείς μπροστά στις τηλεοπτικές μας οθόνες) μας θυμίζουν Τολστόι (Η ιστορία ενός αλόγου) ή Χένρυ Τζέημς. Οι ρώσοι φορμαλιστές εξ άλλου με τις αναλύσεις τους στα έργα της πρωτοπορίας, ήταν οι πρώτοι που μίλησαν για την έννοια της ανοικείωσης. Η επιλογή και μόνο διαφορετικών τεχνικών αφήγησης καταρρίπτει την κατηγορία της μανιέρας. Μανιέρες χρησιμοποιεί π.χ ο Νταν Μπραουν με τις εύπεπτες θεωρίες συνωμοσίας. Θα ήταν ωραία να αντιμετωπίζουμε το λογοτεχνικό κείμενο πολύπλευρα και να μην περιοριζόμαστε σε μονόπλευρες καταδίκες...