Friday, September 14, 2007

Οικογενειακές παραφορές

Τα δύο κριτικά κείμενα που ακολουθούν για το βιβλίο του Γουδέλη με βρίσκουν απολύτως σύμφωνη στην εκτίμησή τους για το παράξενο έργο του συγγραφέα.
Πιστεύω πως αν δεν υπήρχε το παρελθόν της διηγηματικής γραφής του, η κριτική θα ήταν οξύτερη και λιγότερο ελαστική.

Προσωπικά, βρήκα το βιβλίο υπερβολικό στην πλοκή, αδύναμο στους χαρακτήρες και μη πειστικό στα μηνύματα, που τελικά χάνονται μέσα στο χωροχρόνο των περασμάτων της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Ο συγγραφέας ακροβατεί αναποφάσιστος αν θέλει να είναι πολιτικός , φροϋδικός ή κοινωνικός ο ακραίος υπαινιγμός του.


Το Κατοικίδιο






Οικογενειακή κόλαση

Οταν η πολιτική και η Ιστορία ρίχνουν μόνο τη σκιά τους στην ατομική ψυχολογία

ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣΟικογενειακές ιστορίες«ΚΕΔΡΟΣ», ΣΕΛ. 112, ΕΥΡΩ 10Και στις πέντε συλλογές διηγημάτων του, τις οποίες δημοσίευσε κατά τη διάρκεια δώδεκα ετών (από τα «Αρπακτικά» του 1990 και την «Πρωινή επίσκεψη» του 1993 μέχρι τις «Σκιές γυναικών» του 1996, τον «Υπνο του Αλφρεντ» του 1999 και τη «Γυναίκα που μιλά» του 2002), ο Τάσος Γουδέλης προέκρινε ένα είδος γραφής, το οποίο δηλώνει ευθέως τη σχέση του με τον σκληρό πυρήνα του μοντερνισμού: διασπασμένη, ασαφής ή και πολύ ανίσχυρη (στα όρια της ανυπαρξίας) πλοκή, σκιώδη (σε επίπεδο απλού περιγράμματος) πρόσωπα, έλλειψη αφηγηματικής ακολουθίας και συνέχειας, καθώς και διαρκής χρονική ρευστότητα, σε ένα μυθοπλαστικό πλαίσιο όπου τα πάντα παραμένουν από σκοπού εκκρεμή και ανοιχτά. Κυρίαρχο στοιχείο της δράσης σε αυτόν τον εκ των προτέρων ραγισμένο σκελετό είναι ένα αναλόγως ρευστό και απροσδιόριστο υποκείμενο που αντί να συλλαμβάνει το περιβάλλον του από την άποψη ενός ανεξάρτητου και σταθερού παρατηρητή, εισβάλλει αθωράκιστο στο εσωτερικό του και τείνει να ενοποιηθεί μαζί του μέσα από μια διαρκή διαδικασία ανταλλαγής και αλληλεπίδρασης (όταν η εσωτερική και η εξωτερική πραγματικότητα συγχωνεύονται σε μια ενιαία κίνηση). Ριζική μεταστροφήΜε τις «Οικογενειακές ιστορίες», που αποτελούν το πρώτο του μυθιστόρημα, ο συγγραφέας μοιάζει να εγκαινιάζει μια ριζική μεταστροφή στον τρόπο με τον οποίο συλλαμβάνει τόσο τον μύθο του όσο και τα πρόσωπα τα οποία αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο κατά το μάλλον ή ήττον ρεαλιστικό του πεδίο. Η υπόθεση που ξετυλίγεται στις σελίδες του καινούριου βιβλίου του Γουδέλη αναφέρεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο και ιδιαίτερα φορτισμένο ιστορικό διάστημα, που δεν είναι άλλο από την τριακονταετία η οποία συνδέει τον Μεσοπόλεμο με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, έχοντας ως επίκεντρό της τη ζωή μιας μανιάτικης οικογένειας στην Αθήνα. Η αφήγηση φωτίζει με τα μελανότερα χρώματα το οικογενειακό έμπεδο. Μένοντας στο ίδιο σπίτι, ανιόντες και κατιόντες κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να διαλύσουν τα πάντα -όλα τα αισθήματα και τους δεσμούς που θα μπορούσαν να τους συνενώσουν. Προσπαθώντας να κερδίσει κάτι από τη χαμένη οικονομική του εξουσία, ο βενιζελικός πατέρας δολοφονείται κατά τη διάρκεια της εμφύλιας σύρραξης στην Πελοπόννησο από ακροδεξιούς, ενώ έχει προηγηθεί μια σφοδρή σύγκρουση με τον μικρότερο γιο του. Βαθύτερη αιτία της σύγκρουσης, η ερωτική σχέση του γιου με τη γυναίκα τού μεγαλύτερου αδελφού του, ο οποίος ταυτίζεται και με τον πραγματικό κηδεμόνα της οικογένειας. Ο κηδεμόνας αυτός φροντίζει, με τη σειρά του, να συμβάλει τα μάλα στη συνέχιση της σπιτικής κακοδαιμονίας: υποχρεώνει την ερωμένη του να παντρευτεί έναν ηλικιωμένο φίλο του και συνεχίζει τη σχέση του μαζί της, οδηγώντας τον φίλο στο να τη σκοτώσει -για να αναλάβει αμέσως μετά τόσο την υπεράσπισή του στη δίκη η οποία ακολουθεί όσο και την εντελώς αναγκαία επαγγελματική του αποκατάσταση.Τι θέλει να πει ο Γουδέλης με αυτό το τόσο καθορισμένο και ομολογουμένως απρόβλεπτο για τα εγνωσμένα μέτρα του στόρι; Μα, πολύ πιθανόν, αν λάβουμε υπόψη τον ιστορικό περίγυρο εντός του οποίου εξελίσσονται τα έντονα απωθητικά και βαριά νοσηρά οικογενειακά γεγονότα, ότι η ψυχολογία μένει στο βάθος πάντα ανεπηρέαστη από την ιστορία, την πολιτική και την ιδεολογία, παίζοντας με τους δικούς της, άτεγκτους και αρχετυπικούς όρους, που αποκαλύπτουν την ενδιάθετη ροπή της ανθρώπινης ύπαρξης προς τη σφαγή (συμβολική ή πραγματική) και τον εξανδραποδισμό. Η ιδέα είναι, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, ενδιαφέρουσα και το ίδιο ενδιαφέρουσα και αποτελεσματική μοιάζει κατά το μεγαλύτερο μέρος και η εφαρμογή της. Στον κόσμο της αναπαράστασηςΤο πιο ενδιαφέρον, όμως, στη συζήτησή μας είναι η στιλιστική μεταστροφή του Γουδέλη. Ασφαλώς, η απαγκίστρωση από το καθεστώς των διηγημάτων δεν είναι πλήρης: τα αφηγηματικά πρόσωπα εξακολουθούν να έχουν μια χαλαρότητα (συνιστούν περισσότερο σύμβολα και λιγότερο χαρακτήρες), η ροή του χρόνου παραμένει ελλειπτική και οι διακειμενικές αναφορές δεν έχουν πάψει να διαπλέκονται με ένταση και εξακολουθητικά (από Τολστόι και Φλομπέρ μέχρι Παλαιά Διαθήκη, Ντάντε, Πόε, Κάφκα, Μπατάιγ και «Τριστάνο και Ιζόλδη» -βλ. τις πολύ ωραίες παρατηρήσεις του Δημήτρη Ραυτόπουλου στην κριτική του για τις «Οικογενειακές ιστορίες», που δημοσιεύτηκε στο τεύχος Δεκεμβρίου του 2006 της «Νέας Εστίας»). Παρ' όλα αυτά, η μόνιμη χρήση του τρίτου ενικού προσώπου, που μας παραπέμπει, προδήλως, στην αντικειμενική λειτουργία του παντογνώστη αφηγητή, το ιστορικό υλικό το οποίο πλαισιώνει τους ήρωες, καθώς και η άρρηκτη εσωτερική συνοχή της περιπέτειάς τους δείχνουν πως ο Γουδέλης εγακαταλείπει ενδεχομένως σιγά σιγά τη μοντερνιστική μήτρα για να περάσει στη λογοτεχνία του καιρού μας, που δεν είναι άλλη από τη λογοτεχνία της αναφορικότητας και της αναπαράστασης.Η προσχώρηση, βέβαια, του Γουδέλη στον κόσμο της αναφορικότητας και της αναπαράστασης γίνεται, όπως το λέγαμε και πρωτύτερα, με φόντο το μοντερνιστικό πνεύμα, κι αυτό είναι ασφαλώς μια παράμετρος η οποία της δίνει έναν ξεχωριστό χαρακτήρα. Οι υβριδικές συνθέσεις, άλλωστε, κατακτούν τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο τους νεότερους πεζογράφους και σε ένα τέτοιο πλέγμα θα πρέπει αναντιρρήτως να εντάξουμε και τις «Οικογενειακές ιστορίες», που συνταιριάζουν τον πάγιο πλάγιο λόγο και την εμφανή απουσία διαλόγων με τον ιστορικό διάκοσμο και το οικογενειακό ρομάντζο (κατά τη φροϊδική και όχι μόνον έννοια). Προσωπικά, πάντως, εξακολουθώ να έλκομαι εντονότερα από τα πειραματικά κείμενα του συγγραφέα. Και τούτο όχι από κάποια μορφή γενικής προτίμησης προς τις μοντερνιστικές τεχνικές, αλλά επειδή έχω την αίσθηση ότι υπό τη σκέπη τους κινείται εκφραστικότερα και με μεγαλύτερη δύναμη υποβολής η γραφίδα του Γουδέλη.



ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 12/01/2007



Κριτική απο το μπλόγκ του Βιβλιοφάγου

Διαβάζοντας τον Τάσο Γουδέλη έχεις την εντύπωση πως κινείσαι πάνω σε ναρκοπέδιο. Σε κάθε παράγραφο πιστεύεις ότι θα γίνει η έκρηξη. Και βαδίζεις ψαχτά. Γυρίζεις σελίδα και αντί να φωτίζεται το πεδίο αυτό σκοτεινιάζει. Και η έκρηξη δεν κάνει την εμφάνισή της.

Στο βιβλίο του «Οικογενειακές Ιστορίες» από τις εκδόσεις Κέδρος, το έκτο κατά σειράν, ο Τάσος Γουδέλης προσπαθεί να αφηγηθεί μια οικογενειακή ιστορία που συνέβη γύρω στη δεκαετία του ’50 και παλιότερα. Οι ήρωες παρουσιάζονται σαν να πλέουν απομονωμένοι σε κενό χωρόχρονο καθώς κανένα από τα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω τους (εποχή μεσοπολέμου) δεν τα επηρεάζει ψυχολογικά. Η γραφή του είναι κινηματογραφική, και το κάνει και ο ίδιος απόλυτα σαφές καθώς χρησιμοποιεί την ορολογία του φωτός, του φακού κλπ. Πολλές φορές η ίδια αυτή γραφή γίνεται ποιητική και σε συγκινεί. Άλλοτε αποστασιοποιείται και γίνεται απόμακρη, ελλειπτική, ερμητικά κλειστή, αδιάφανη που σε διώχνει μακριά της. Δυσκολεύτηκα να ολοκληρώσω το βιβλίο και αναρωτιόμουν συνεχώς τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις του Γουδέλη. Τότε μου ήρθε στο νου η φράση κάποιου ότι εκείνος που κρύβει αυτά που θέλει να πει δεν έχει τίποτα να πει.

Δεν θα το έλεγα αυτό για τον Γουδέλη. Θα έλεγα ότι μεταμφιέζεται γράφοντας σε κάτι άλλο. Αυτό που θέλει να πει δεν το λέει για κάποιους προσωπικούς του λόγους ή για κάποιους άλλους που μπορεί να είναι αδυναμία της έκφρασης ή συγγραφική ανωριμότητα ή αβεβαιότητα ή διάθεση εντυπωσιασμού στη χειρότερη περίπτωση ή κάτι άλλο αδιευκρίνιστο, πέρα από τις δικές μου ανεπαρκείς δυνατότητες που διαθέτω σαν απλός αναγνώστης με μεγάλη όμως επιθυμία να καταλάβω. Ευτυχώς το βιβλίο είναι μόνο 120 σελίδες.Παραθέτω το κείμενο από το οπισθόφυλλο.«Το «εσωτερικό» μιας οικογένειας που το παρακολουθούμε σε ένα αφηγηματικό ταχυδράμα μεταξύ 1920 και 1950. Ο Τάσος Γουδέλης αυτή τη φορά προτείνει μια ιστορία εσωστρέφειας, ενοχών και αποκρύψεων μέσα από το γνωστό του πυκνό ύφος. Το ψυχολογικό «ημίφως» που κυριαρχεί αναπαρίσταται με μία γλώσσα μη περιγραφική και αντιπεζολογική: η ποιητική απόχρωση είναι το ζητούμενο σε αυτή την κλειστοφοβική αφήγηση, η οποία περισσότερα υπαινίσσεται παρά δηλώνει

8 comments:

Anonymous said...

Για εσάς από ό,τι έχουμε παρατηρήσει μόνο η Φραγκούλη πληρεί τα κριτήρια της καλής λογοτεχνίας. Αν ξέρατε τουλάχιστον να εκφράζεστε σε σωστά ελληνικά μπορεί να μην ήταν τόσο φαιδρή η εικόνα που παρουσιάζετε!

Κατοικίδιο said...

Αγαπητέ Ανώνυμε,
Δεν καταλαβαίνω τον πόνο σας. Ποιός είναι ο υπαινιγμός σας για την κα Φραγκούλη, για την κα Γκίκα και γενικά για όλη τη λίστα των βιβλίων που έχουν ψηφίσει οι αναγνώστες μας;
Πρέπει σώνει και καλά να ακολουθούμε την πεπατημένη των κριτικών; Πρέπει να αποθεώνουμε τα βιβλία που αρέσουν στο κύκλωμα μιας παρέας που έχει την ατζέντα της και καλά κάνει;
Αν έχετε να πείτε κάτι επι του βιβλίου που προτείνουμε, τότε ευχαρίστως σάς ακούμε.
Αν γράφετε για να δηλητηριάζετε την ατμόσφαιρα επειδή δεν γουστάρετε κάποιους συγγραφείς, τότε λυπούμαι. Αυτός δεν είναι διάλογος. Είναι μονόλογος.
Εμείς φτιάξαμε το ιστολόγιο και με πολύ σεβασμό αναφερόμαστε σε μια μεγάλη λίστα βιβλίων του 2006 που βρέθηκαν υποψήφια για λογοτεχνικά βραβεία.Παραθέτουμε αυτούσιες και επώνυμες κριτικές με ένα πρόλογο (γιατί μπαίνουμε στον κόπο να διαβάσουμε όλα τα βιβλία της λίστας!)
Τα υπόλοιπα είναι εκ του πονηρού και κατευθυνόμενα απο το κύκλωμά σας, που υποφέρει στο άκουσμα πως υπάρχουν κι άλλα βιβλία εκτός των "ευλογημένων".
Και πάλι, λυπούμαι για την πίκρα σας!
Φιλικά
Το Κατοικίδιο

Anonymous said...

Το κύκλωμα στο οποίο ανήκω ονομάζεται 'Αναγνώστες που αγαπούν την λογοτεχνία ενάντια στην σαβούρα που προβάλλεται από το διαδύκτιο.'

Αλήθεια η κ.Γκίκα τι σχέση έχει, δεν κατάλαβα. Αρκετά δεν την διασύρατε σε προηγούμενη ανάρτηση;

Κατοικίδιο said...

Αγαπητέ Ανώνυμε,
Εσείς διασύρατε την κα Γκίκα σε προηγούμενο σχόλιό σας. Τώρα διασύρετε την κυρία Φραγκούλη. Δεν εννοώ να συνεχίσω αυτό τον αδιέξοδο διάλογο.
Κι εμείς είμαστε ψαγμένοι αναγνώστες, που δεν υποκύπτουμε στις σερβιρισμένες σούπες της παρέας των κριτικών.
Ξεχωρίζουμε απο σάς μόνο στο ότι διαβάζουμε πριν να καταδικάσουμε!
Εάν επιδιώκετε περαιτέρω μονόλογο, μπορείτε να τον κάνετε μόνο σας και προπάντων με την λεβεντιά του Ανώνυμου.

Με παρρησία
Το Κατοικίδιο

Ιουστίνη Φραγκούλη said...

Αγαπητό Κατοικίδιο,

Θλίβομαι που διαβάζω ότι το βιβλίο μου και η παρουσία μου στα ελληνικά γράμματα γίνονται αιτία επίθεσης εναντίον σου. Ισως να πρέπει να κατεβάσεις το δικό μου βιβλίο για να μη δημιουργούνται τριβές.

Οσο για τον Ανώνυμο, δεν είναι ικανοποιημένος που κανείς δημοσιογράφος δεν ασχολήθηκε σοβαρά με αυτό το βιβλίο εν Ελλάδι;

Θα έπρεπε να του αρκεί η ικανοποίηση πως όποιος γράφει μακρόθεν , θάβεται απο το οικοσύστημα της βιβλιοκριτικής ως μην ών.

Τέλος, θάθελα να τον πληροφορήσω πως το βιβλίο (το οποίο εκείνος περιφρονεί μαζί με το υπόλοιπο κύκλωμα) έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, έχει προσαρμοστεί σε θεατρικό και έχει επιλεγεί ανάμεσα σε εκατοντάδες έργα καναδών συγγραφέων για να ανάβεί στην πρωτοποριακή σκηνή του αγγλοφωνου Infinitheatre για την επόμενη σεζόν.Εκεί έχουν ανεβεί έργα του βραβευμένου Yann Martel.

Βεβαίως αν με έλεγαν Μαρτέλ, θα με δόξαζε η συντεχνία. Αλλά ως Φραγκούλη γίνομαι ενοχλητική!

Και πάλι ζητώ να με κατεβάσετε απο τη λίστα σας. Ετσι, για να σωπάσουν και να κωπάσουν οι μικρόψυχοι.

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία

Ιουστίνη Φραγκούλη

Το Κατοικίδιο said...

Κυρία Φραγκούλη,
Αλλοίμονο να υποκύπτουμε τώρα στις πιέσεις του κάθε Ανώνυμου! Το βιβλίο σας θα παραμείνει εκεί που το ψήφισε ο κόσμος, ακόμη κι αν δεν αρέσει σε κάποιους.
Λυπούμαι που το μπλόγκ έγινε αιτία πίκρας και βολών.
Να είστε καλά. Συγχαρητήρια για τη θεατρική μεταφορά των Ψηλών Τακουνιών . Τιμάτε την ελληνική λογοτεχνία και το προσυπογράφω αυτό μετά λόγου γνώσεως.

Με ειλικιρινή εκτίμηση

Anonymous said...

Κι εσύ ανώνυμος είσαι αγαπητό κατοικίδιο. Το μόνο που είναι εμφανές από τα κείμενά σου είναι ότι η ελληνική δεν είναι η μητρική σου γλώσσα...ή τουλάχιστον ελπίζω έτσι να εξηγούνται τα εκφραστικά και ορθογραφικά λάθη που τα χαρακτηρίζουν.

Το πρόβλημά μου δεν είναι ένα συγκεκριμένο κακό και αφελές βιβλίο -άλλωστε ξεπηδούν τελευταία σαν τα κεφάλια της Λερναίας ύδρας - αλλά η προσπάθεια που γίνεται από τα μικροκυκλωματάκιά σας να μας πείτε (εννοείται χωρίς επιχειρήματα) πως αξίζουν την προσοχή μας.

Το Κατοικίδιο said...

Ανώνυμε,
Νομίζω πως η γλώσσα μου είναι απολύτως ικανοποιητική και πείθει απολύτως περι την ελληνικότητά μου. Φοβούμαι πως εσείς έχετε το πρόβλημα, που δεν έχετε μάθει ακόμη να ξεχωρίζετε το γ ενικό πρόσωπο απο το β πληθυντικό στην κλίση των ρημάτων.
Οσο για το βιβλίο της κυρίας Φραγκούλη (που ήρθε πρώτο στην ψηφοφορία μας) σάς προκαλώ να το διαβάσετε και να καταθέσετε την κριτική σας με επιχειρήματα. Υπόσχομαι να την δημοσιεύσω αυτούσια όπως θα την στείλετε.Εμείς δεν αρνηθήκαμε ποτέ να δημοσιεύσουμε αντίθετες απόψεις απο τις δικές μας.
Εσείς τελικά είστε το κύκλωμα με κολλητούς συγγραφείς που προσπαθείτε να τους επιβάλετε με κάθε τρόπο.
Ο κόσμος όμως έχει καλύτερο κριτήριο!
Γι αυτό το μπλόγκ μας έχει 400 και πλέον επισκέψεις καθημερινά.