Sunday, July 29, 2007

Το Μανιφέστο της Ηττας

Το Μανιφέστο της Ηττας

Της Αντζελας Δημητρακάκη

Εκδόσεις Εστία।
Έναν από τους τελευταίους Φλεβάρηδες της δεκαετίας του '90 μια παρέα νεαρών Ευρωπαίων -φοιτητές καλών τεχνών στην πλειονότητα τους- φιλοξενείται στο εξοχικό ενός διάσημου καλλιτέχνη στο Αιγαίο। Παρά το αποκριάτικο πνεύμα, το σεξ και τους περιπάτους στην ανεμοδαρμένη κοιλάδα, οι συνέπειες θα είναι μοιραίες। Από τους έντεκα καλεσμένους θα επιζήσουν μόνο δύο। Χρόνια αργότερα η μία από τους επιζώντες, η τριαντάχρονη πια Μαρίλη, αποφασίζει να μιλήσει για το αίνιγμα των εννέα θανάτων, ακολουθώντας την προτροπή της ψυχιάτρου της στο Λονδίνο। Η Μαρίλη σκιαγραφεί τον παραισθητικό κόσμο των νεκρών της φίλων μέσα από τα ταξίδια τους στην μυστηριώδη "Περιφέρεια", την ανάγκη τους να συνδεθούν με το παρελθόν της ευρωπαϊκής ηπείρου αλλά και την επιθυμία τους να συνδεθούν με μια τρομακτική αλληγορία। Στο πλαίσιο αυτής της αλληγορίας, ο θάνατος τους αναδεικνύεται σε μανιφέστο μιας ήττας, η οποία συνδέει τη γενιά της Μαρίλης με εκείνη των γονιών της, καθώς και με τη γηραιά θεία της Μπέρτα που κάποτε απέδρασε απ' το εβραϊκό γκέτο της Βαρσοβίας। Τι απέγινε ωστόσο η δεύτερη επιζήσασα, η αδυσώπητη Κατερίνα, και ποιος ευθύνεται για την πεποίθηση των ηρώων ότι οι αισθήσεις τους υπερβαίνουν τους φραγμούς της φύσης και της Ιστορίας; Αντλώντας στοιχεία από τον "Μάγο" του Τζων Φώουλς (1965, ελληνική μετάφραση Φαίδωνος Ταμβακάκη, Εστία 1997} και εμπνευσμένο από την σχέση φαντασίας, λόγου και περιπέτειας που χαρακτηρίζει "Το πράσινο σύννεφο: Μια ιστορία για παιδιά από εφτά μέχρι εβδομηνταεφτά χρονών" του Α.Σ. Νηλ (1938, ελληνική μετάφραση Τζένης Μαστοράκη, Μπουκουμάνης 1976), "Το μανιφέστο της ήττας" σκηνοθετεί ένα κωμικοτραγικό, ασεβές και συχνά μεταφυσικό μυθιστόρημα με θέμα την προσωπική και κοινωνική σχιζοφρένεια, την σχέση ιστορικού γίγνεσθαι και μαζικής κουλτούρας, την υστερική φιλοδοξία της σύγχρονης τέχνης και -κυρίως- τις πολλαπλές επιστροφές του φασισμού στην αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα.Η Άντζελα Δημητρακάκη γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1968 στη Μυτιλήνη. Σπούδασε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στα Πανεπιστήμια του Essex και του Reading στη Μ. Βρετανία. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα Ανταρκτική (Οξύ 1997, αναθεωρημένη έκδοση 2006) και Αντιθάλασσα (Οξύ 2002), τη συλλογή διηγημάτων Το Άνοιγμα της Μύτης (Οξύ 1999) και τη νουβέλα «Τέσσερις μαρτυρίες για την εκταφή του ποταμού Ερρινυού» στην ανθολογία Athenes, le sable et la poussiere (Autrement και Ωμέγα 2004). Ζει στη Μ. Βρετανία, όπου διδάσκει θεωρία της σύγχρονης τέχνης.Βιβλιοκριτική του Μανώλη Πιμπλή – ‘Βιβλιοδρόμιο’ ΤΑ ΝΕΑ 2/12/2006"«Ζούσα την πολιτικοποίησή μου ως συνειδητή παραίτηση», λέει η ηρωίδα της Άντζελας Δημητρακάκη. Το καινούργιο βιβλίο της, ένα ογκώδες μυθιστόρημα σχεδόν 600 σελίδων με τον φιλόδοξο τίτλο Το μανιφέστο της ήττας, περιγράφει ακριβώς αυτό: τη δεκαετία του 1990, λίγο πριν από τη στροφή της χιλιετίας, ελάχιστα μετά την πτώση του Τείχους. Περιγράφει μια στάση ζωής της νεολαίας ανάμεσα στην παραίτηση, την ομφαλοσκόπηση, τη διαρκή αναζήτηση του τίποτα, την ημιμάθεια, τη σύγχυση, τον πλήρη εκτροχιασμό. Περιγράφει μια ελευθεριότητα στα όρια της τραγικότητας, αφού το σεξ και βέβαια τα ναρκωτικά δεν βιώνονται ως ελευθερία αλλά ως αυτοαναφορικότητα, ένα πάθος για το «εγώ» που γίνεται όλο και πιο διαυγές όσο περνάει από το «εμείς». Η νοσταλγία για τη συλλογικότητα βρίσκει νέες μορφές ατομικισμού για να εκφραστεί. Το άτομο γίνεται παρέα αλλά η ομάδα γίνεται μονάδα. Με συνισταμένη ένα νεφέλωμα που θέλει να διευρύνει τη συνείδηση αλλά εντέλει την καταργεί. Η Όλγα, ένα πρόσωπο-κλειδί του μυθιστορήματος, το λέει με μια ενδιαφέρουσα μεταφορά: «Τρέχαμε από κεκτημένη ταχύτητα προς όλες τις δυνατές κατευθύνσεις σαν κοτόπουλα που τα είχαν μόλις αποκεφαλίσει - σαν έναν κόκορα συγκεκριμένα, του οποίου ο εγκέφαλος είχε τυχαία πέσει μέσα στην τρύπα του λαιμού του μετά την καρατόμηση, κρατημένος από κάτι νεύρα τόσο λεπτά που ήταν αόρατα. Το αποτέλεσμα του μακάβριου ατυχήματος ήταν πως ο πετεινός είχε παραμείνει στη ζωή ακέφαλος για αρκετές εβδομάδες, κι είχε μάλιστα αποκτήσει κάποια φήμη. Τον πήγανε κατευθείαν στο τσίρκο». Το μυθιστόρημα είναι αρκετά περίπλοκο. Γνήσιο τέκνο του μεταμοντερνισμού, επιχειρεί - ως έναν βαθμό τουλάχιστον - να ταυτίσει μέσα και σκοπούς, να γίνει ένα είδος περφόρμανς. Και είναι ενδεχομένως σωστό ότι για να περιγράψεις τη σύγχυση του τέλους του αιώνα πρέπει ίσως να το κάνεις με τα μέσα του, έστω και αν αυτό απαιτεί στοιχειώδη εξοικείωση για τον αποδέκτη - αν δεν το κατανοεί, τόσο το χειρότερο γι' αυτόν. Η αφήγηση γίνεται από μία κοπέλα που αναρρώνει ψυχικά έπειτα από ένα δυνατό τραυματικό σοκ. Είναι εκείνη που επέζησε σε μια παρέα δέκα νέων - οι εννέα πέθαναν από εγκεφαλική αιμορραγία, κάτω από σχετικά μυστηριώδεις συνθήκες. Πρόκειται για νέους διαφόρων εθνικοτήτων, όλοι φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών, σε προγράμματα ανταλλαγών φοιτητών, οι οποίοι αποφασίζουν να πάνε σε ένα νησί μέσα στο καταχείμωνο, κοντά στις απόκριες. Το νησί αυτό δεν κατονομάζεται, από τις περιγραφές όμως (είχε κάποτε εβραϊκή κοινότητα, έχει Club Med, είναι απέναντι από άλλο διάσημο νησί) καταλαβαίνουμε ότι είναι η Κως. Μένουν στο εξοχικό του πατέρα ενός από την παρέα, ενός διάσημου Έλληνα καλλιτέχνη με φήμη πολυτάραχου επαναστατικοκαλλιτεχνικού παρελθόντος. Το εξοχικό είναι στο πουθενά και οι νέοι ζουν σε κοινοβιακές συνθήκες. Μία κοπέλα, η Κατερίνα, και ο Αλέξης, γιος του ιδιοκτήτη, αποφασίζουν να παίξουν ένα παιχνίδι. Με το πρόσχημα ενός πάρτι-έκπληξης για τα γενέθλια ενός μέλους της παρέας, κλειδώνουν τους υπόλοιπους σε ένα κελάρι. Η Κατερίνα, που είναι η πραγματική κυρίαρχη του παιχνιδιού (ο Αλέξης θα μπει εντέλει στο κελάρι-φυλακή) αποκαλύπτει ότι οι φυλακισμένοι είναι τα πειραματόζωά της: «Είστε οι εργασία μου» τους λέει και τους βιντεοσκοπεί συνεχώς, προκειμένου να μελετήσει τις αντιδράσεις τους. Όχι απλώς τις αντιδράσεις τους κάτω από όρους αιχμαλωσίας, αλλά και τις αντιδράσεις τους υπό την επήρεια ουσιών. Οι έγκλειστοι, χωρίς να έχουν καταλάβει από την αρχή τη σοβαρότητα της κατάστασης, συναινούν στην κατανάλωση κρυστάλλων MDMA (είδος ecstasy), αργότερα παίρνουν υπνωτικά στη σούπα κ.ο.κ. Το παιχνίδι έχει άσχημη κατάληξη. Και αν ήθελαν να διευρύνουν τη συνείδησή τους μένουν τελικά στην ευδαίμονα, αυτοκαταστροφική αυταπάτη τους. Γιατί η «περιφέρεια», όπως την αποκαλούν, που ήθελαν να βιώσουν, ήταν το αντίθετο του ορίζοντα που έβλεπε λ.χ. ο Κολόμβος. Εκείνος έψαχνε τα εκτός ορίων, εκείνοι ζούσαν στα όρια κοιτώντας προς το κέντρο. Η αφηγήτρια, που επέζησε από τη συμφορά, προσπαθεί να αναρρώσει με επισκέψεις σε ψυχολόγο αλλά και καταγράφοντας στο χαρτί τα καθέκαστα, όπως τα νιώθει. Και μάλιστα με σκοπό τα γραπτά να γίνουν βιβλίο και να εκδοθούν. Ο αναγνώστης του βιβλίου της Άντζελας Δημητρακάκη παρακολουθεί λοιπόν μια αφήγηση εσκεμμένα μπερδεμένη, που συχνά ανακατεύει την πραγματικότητα με την παραίσθηση και πρέπει να επιστρέφει πίσω για να ξεδιαλύνει τα γεγονότα - χωρίς να σημαίνει ότι θα τα ξεδιαλύνει πλήρως. Η 37χρονη Δημητρακάκη, που ζει πολλά χρόνια στη Βρετανία διδάσκοντας σύγχρονη τέχνη (ήταν στο Winchester School of Art και τώρα μετακομίζει στο Εδιμβούργο), κάνει εδώ ένα σχόλιο για το αντικείμενο της διδασκαλίας της, ειδικά για τη βίντεο αρτ, αμφισβητώντας τις δυνατότητές της να εκφράσει την τερατώδη πραγματικότητα που μας περιτριγυρίζει. Μια πραγματικότητα που η ίδια τη θεωρεί φασιστική, ενός φασισμού που δεν έχει πια το πρόσωπο που γνωρίσαμε στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, έχει όμως τη μορφή μιας καθημερινής πρακτικής που εδραιώνεται με γοργά βήματα. Και την οποία οι άνθρωποι μυστηριωδώς ακολουθούν χωρίς αντίδραση: «Δεν πιάσαμε πολλά αλλά ακολουθήσαμε παρ' όλα αυτά. Όπως ο στρατός που τύφλωσε ο μεγαλόκαρδος Βουλγαροκτόνος κι έβαλε να τον καθοδηγεί ένας μονόφθαλμος. Και πού πήγαινε ο στρατός; Για όσους δεν γνωρίζουν από βυζαντινή ιστορία (κι εμείς δεν γνωρίζαμε), πήγαινε ν' ανακοινώσει την ήττα του»."