Saturday, May 31, 2008

Διάλογος Για Την Ελληνικότητα

Δεν μας ενδιαφέρει η γνησιότητα της ταυτότητας ενός Καβάφη,
αλλά η γνησιότητα της δημιουργίας του.
Ελληνικότητα ναι, αλλά όχι με τους όρους της Γκόλφως!

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ
Γράφει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος: ttheodoropoulos@oceanida.gr

Ο Νίκος Εγγονόπουλος συνάντησε τη βυζαντινή τέχνη μέσα από τα εκφραστικά προβλήματα που του έθετε ο σουρεαλισμός του. Μόνο με αυτούς τους όρους μπορούμε να μιλάμε σήμερα για «ελληνικότητα». Με όρους δημιουργίας, όχι ταυτότητας, λέει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος.

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΡΙΝΩ ΠΟΣΟ, ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΙΟΝ ΤΡΟΠΟ, ΕΠΗΡΕΑΣΕ Η ΟΛΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙ «ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ» ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ. ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΟΜΑΙ ΣΤΙΣ ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ, ΣΤΑ ΜΑΝΙΦΕΣΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΛΛΗΝΟΠΡΕΠΟΥΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΠΟΥ ΟΙ ΙΔΙΟΙ, ΠΡΩΤΟΙ ΑΠ΄ ΟΛΟΥΣ, ΜΟΛΙΣ ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΝ ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΣ, ΤΟΥΣ ΤΣΑΛΑΠΑΤΟΥΣΑΝ

Αναφέρομαι στο ίδιο τους το έργο, σ΄ αυτήν την ιδιαίτερη και ιδιότροπη χημεία της δημιουργίας η οποία παράγει αντιδράσεις, τις περισσότερες φορές ως καλώς γνωρίζουμε, ερήμην των προθέσεων, καλών ή κακών, αγαθών ή μοχθηρών, του δημιουργού.

Τον Ντοστογιέφσκι δεν τον κρίνεις από την αρθρογραφία του, τις απόψεις του περί πανσλαβισμού και όσα ρίγη συγκίνησης του προκαλούσε η ιδέα της Μεγάλης Ρωσίας που επέπρωτο να λυτρώσει τον κόσμο από πάσα νόσο. Αν τον έκρινες έτσι θα κατέληγες στο συμπέρασμα πως ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος όλων των εποχών ήταν ένας ημίτρελος και θρησκόληπτος ιδεολόγος.

Τον Μπαλζάκ δεν τον κρίνεις ως βασιλόφρονα, γι΄ αυτό και ο Μπαλζάκ δεν είναι απλώς ένας εκκεντρικός νοσταλγός του «Παλαιού Καθεστώτος» που έπινε πολλούς καφέδες και λάτρευε το κοσμικό Παρίσι, όπως και ο Σταντάλ, ευτυχώς για μας και για τη λογοτεχνία, δεν είναι απλώς ένας ακόμη οπαδός του Μεγάλου Ναπολέοντα που είχε μια λόξα με τις γραφικότητες της Ιταλίας.

Γνήσιος Ρώσος ο ένας, γνήσιοι Γάλλοι οι άλλοι δύο, όμως αυτό που μας ενδιαφέρει εμάς, τους αναγνώστες του 21ου αιώνα, δεν είναι η γνησιότητα της ταυτότητάς τους- εθνικής, γλωσσικής, πολιτικής ή θρησκευτικής- αλλά η γνησιότητα της δημιουργίας τους. Γιατί η λογοτεχνική δημιουργία, όπως κάθε καλλιτεχνική δημιουργία, οικοδομεί τη δική της γνησιότητα.

Αυτή είναι η αξία της, αυτή είναι η δύναμή της και γι΄ αυτό η καλλιτεχνική δημιουργία παραμένει πολύτιμο αγαθό σ΄ έναν κόσμο που, καταργεί μεν τα σύνορα και τους δασμούς για τα εμπορεύματα, υψώνει όμως όλο και μεγαλύτερα τείχη για τις ψυχές που τον κατοικούν. Ο εθνικός, γλωσσικός, θρησκευτικός ή και πολιτικός προστατευτισμός, με τους φανατισμούς που συνεπάγεται μπορεί να βολεύει τον τρόμο που μας προκαλούν τα μεγέθη του παγκόσμιου χωριού, όμως, εκτός τού ότι είναι πολλές φορές θανατηφόρος στην κυριολεξία, υπονομεύει τη διαπραγματευτική μας ικανότητα απέναντι στο παρόν.

Ο προστατευτισμός που στοχεύει την καλλιτεχνική δημιουργία μοιάζει περισσότερο ανώδυνος, αφού δεν παράγει καμικάζι Ταλιμπάν. Ενίοτε δε, μετά την απόσυρση των παραδοσιακών μορφών λογοκρισίας, μας φαίνεται και χαριτωμένος ή γραφικός. Όμως, επειδή είναι ηχηρός, επειδή φωνάζει- γιατί εκεί που ο δημιουργός ψάχνει στα τυφλά, ο ιδεολογικός του προστάτης διαλαλεί τα ευρήματά του- έχει τη δυνατότητα να φαλκιδεύσει τη γνησιότητα της δημιουργίας στο όνομα της δικής του ιδεολογικής γνησιότητας.

Θα μου πείτε ότι κομίζω γλαύκα εις Αθήνας. Μπορεί. Το κάνω επειδή πιστεύω πως η συζήτηση που έχει ξεκινήσει στις σελίδες αυτής της εφημερίδας τις τελευταίες εβδομάδες, για τις «πολυεθνικές» και την «ελληνικότητα» μπορεί, όταν καταλαγιάσει λίγο ο κουρνιαχτός του εκνευρισμού, να μας οδηγήσει σε ορισμένα, μάλλον χρήσιμα, συμπεράσματα για την κατάσταση της πνευματικής μας κοινότητας.

Της πνευματικής μας κοινότητας είπατε; Μήπως αναφέρεστε σ΄ αυτό το σιωπηρό φάντασμα που περιφέρεται από βιβλιοπωλείο σε βιβλιοπωλείο και από βιβλίο σε βιβλίο; Αυτό που σιωπά, ως μη όφειλε, απέναντι στα μεγάλα προβλήματα του τόπου; Σιωπά, πλην όμως παραμένει λαλίστατο: μιλάει στα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις, γράφει στις εφημερίδες, απαγγέλλει από σκηνής, κι όμως, το μόνο που ακούγεται είναι η σιωπή του. Σαν να το χτύπησε η κατάρα της Κασσάνδρας, σαν κανείς να μη μπορεί να το πιστέψει.

Γιατί δεν το ακούν; Γιατί δεν μας ακούν; Μήπως γιατί ο κόσμος είναι κακός; Ή μήπως γιατί κι εμείς λέμε ό,τι λένε όλοι οι άλλοι, οπότε αφού ακούν τους άλλους, δεν τους περισσεύει χρόνος να ακούν κι εμάς, που τα λέμε και λίγο πιο περίπλοκα. Εισαγγελέας της ταυτότητάς μας ο Άνθιμος, ανθυποεισαγγελείς κι εμείς από πίσω. Ρέκτης του προοδευτισμού ο Τσίπρας, προοδευτικοί κι εμείς από πίσω, μη χάσουμε και διαδηλώσουμε την αγανάκτησή μας στο υπουργείο Πολιτισμού- ευτυχώς δεν εξαρτάται από μας η ηλεκτροδότηση της χώρας.


ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ ΜΑΣ

Ο Καβάφης δεν υπήρξε μεγάλος ποιητής επειδή έγραψε ελληνικά. Είναι μεγάλος ποιητής γιατί έγραψε την Πόλη. Ο Παπαδιαμάντης δεν υπήρξε μεγάλος συγγραφέας επειδή έψελνε και έπινε ρετσίνα. Είναι μεγάλος συγγραφέας επειδή έγραψε τη Φόνισσα. Ή μήπως θέλετε να μου πείτε πως η Φραγκογιαννού είναι η ενσάρκωση της γνήσιας ελληνικής ψυχής σε όλη της τη δολοφονική μανία;

Και ο μεν και ο δε έγραψαν ελληνικά. Συνομιλούσαν όμως με άλλους που δεν έγραφαν ελληνικά, που έγραφαν γαλλικά, αγγλικά ή ρώσικα, και συνομιλούσαν επί ίσοις όροις, γιατί μιλούσαν την ίδια γλώσσα, τη γλώσσα της δημιουργίας.

Μπορούμε να μιλάμε για «ελληνικότητα» εν έτει 2008, στο καθεστώς της παγκοσμιοποιημένης οικουμένης; Βεβαίως μπορούμε, αρκεί να μη μιλάμε με τους όρους της Γκόλφως, αλλά με τους όρους του Εγγονόπουλου, με τους όρους του δημιουργού που βρήκε τη βυζαντινή τέχνη μέσα από τα εκφραστικά προβλήματα που του έθετε ο σουρεαλισμός του. Όπως ο Πικάσο συνάντησε τις αφρικανικές μάσκες.

Η «ελληνικότητα» ως στοιχείο της ταυτότητας είναι ένα στείρο, φοβικό σύμπλεγμα. Η «ελληνικότητα» ως εσωτερική ρωγμή, ως στοιχείο της δημιουργίας, παραλλαγμένη, μεταμορφωμένη, μεταλλαγμένη από μια δύναμη που ξεπερνάει τα όριά της και αυτοσαρκαζόμενη, έφτιαξε μερικά από τα σημαντικότερα έργα τέχνης της ιστορίας μας.

Ο κόσμος μας πάσχει από πληθωρισμό ταυτοτήτων. Εκείνο που του λείπουν είναι τα έργα, αυτά που θα μας βοηθήσουν να ανακτήσουμε τη χαμένη εμπιστοσύνη απέναντι στον εαυτό μας, αυτά που θα μας βοηθήσουν να σταθούμε όρθιοι απέναντι στο φάντασμα του τρόμου μας.