Saturday, May 10, 2008

Οι πέντε πρώτοι της ψηφοφορίας μας

Με την αναγγελία των μεγάλων καταλόγων για τα υπο βράβευση βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας κατα το 2007 κλείνουμε την ψηφοφορία για το δημοφιλέστερο ιστότοπο συγγραφέως η ποιητού. Αναρτούμε τη λίστα των πέντε δημοφιλέστερων ιστολογίων με εξαίρεση εκείνο της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη αφού παρεξηγήθηκε με σχόλια αναγνωστών μας και αυτοεξαιρέθηκε απο την ψηφοφορία μας.

Ετσι πρώτο σε δημοφιλία ήθρε του ιστολόγιο του Αλέξη Σταμάτη (202 ψήφους), δεύτερο το ιστολόγιο της Κατερίνας Καριζώνη (193 ψήφους), τρίτο το ιστολόγιο του Νίκου Λαγκαδινού (183 ψήφους), τέταρτο το ιστολόγιο του Γιάννη Αντιόχου (86 ψήφους) και πέμπτο εκείνο της Εύης Λαμπροπούλου (12 ψήφους).

Θα ήθελα να πώ ότι χαιρόμαστε που το ιστολόγιό μας παρα τις ανώνυμες βολές που κατα καιρούς δέχεται, έχει γίνει τόπος συνάντησης ανθρώπων των Ελληνικών Γραμμάτων.

Οσο για τις σπέκουλες ποιοί είμαστε οι επευστές του, ας βγάλει καθένας τα συμπεράσματά του. Η ιδεολογία μας είναι να κρατάμε ίσες αποστάσεις απο τους συγγραφείς, να φιλοξενούμε κριτικές για τα έργα τους και να φιλοξενούμε ψηφοφορίες για τη δημοφιλία βιβλίων και δημιουργών.

Μετά απο ένα χρόνο λειτουργίας του μπλόγκ πιστεύουμε πως τα έχουμε καταφέρει να δείξουμε ένα πρόσωπο ακεραιότητας.

Ευχαριστούμε που μας διαβάζετε.
Το Κατοικίδιο και οι συν αυτώ.

Friday, May 2, 2008

21χρονος Σμυρνιός, «ξένος και μόνος», γράφει

Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ
Η κυπριακή εμπειρία του Ιωάννη Συκουτρή (1901-1937) δεν ήταν μια ρομαντική ανακάλυψη του νησιού. Δεν πήγε εκεί θέλοντας να γνωρίσει την εξωτική πλευρά του, αλλά ως ένας συνειδητοποιημένος πολίτης, ο οποίος πάσχει για τα δεινά του -μην ξεχνάμε ότι η Κύπρος βρισκόταν, τότε, υπό βρετανική κυριαρχία.
Ο 21χρονος καθηγητής φιλολογίας, γιατί μ' αυτή την ιδιότητα βρέθηκε εκεί, μόλις έχει αποφοιτήσει από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πρωτοπάτησε το πόδι του στην Κύπρο στα 1922, μια χρονιά ιστορικά φορτισμένη για τον ελληνισμό, λόγω Μικρασιατικής Καταστροφής. Παρέμεινε ώς το 1924, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα, εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή, παντρεύτηκε και έφυγε υπότροφος για μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία.

Ιωάννης Συκουτρής: 1901-1937 (έργο του Β. Ανδρεόπουλου)Ο επίτιμος καθηγητής Πανεπιστημίου, Φάνης Ι. Κακριδής, έφερε στο φως της δημοσιότητας, ανασύροντάς τες από τα κατάλοιπα της μητέρας του, Ολγας Κομνηνού-Κακριδή, και επιμελήθηκε φιλολογικά δεκαπέντε επιστολές που έγραψε ο Ιωάννης Συκουτρής από την Κύπρο. Τα «Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή από την Κύπρο (1922-1924)» (Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης), εστάλησαν όταν το 1922-1924 ο Συκουτρής δίδασκε στο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας και είχε προλάβει να ιδρύσει το λογοτεχνικό περιοδικό «Κυπριακά Χρονικά» και δύο συλλόγους, τον «Σύλλογο των Νέων» και τον «Φιλολογικό Ομιλο Λάρνακος».Δεν μπορούμε επακριβώς να γνωρίζουμε, αν η φιλία του Συκουτρή και της Κομνηνού-Κακριδή κρατούσε από τα χρόνια της Σμύρνης. Σμυρνιοί και οι δύο είχαν έναν χρόνο διαφορά ως προς την ηλικία τους. Αυτός αποφοίτησε το 1918 από την Ευαγγελική Σχολή, εκείνη το 1917 από το Ελληνογαλλικό Λύκειο Αρώνη. Πάντως, το βέβαιο είναι ότι συνδέθηκαν με φιλία, όταν και οι δύο φοιτούσαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.Οι Σμυρνιοί είχαν δημιουργήσει την «κλίκα των Σμυρνιών», όπως την αποκαλούσαν οι συμφοιτητές τους, στην οποία συμμετείχε, όμως, και ο Αθηναίος Ιωάννης Θ. Κακριδής, μετέπειτα σύζυγος της Ολγας Κομνηνού-Κακριδή και πατέρας του Φάνη Ι. Κακριδή. Ο Ιωάννης Συκουτρής θα γείρει την πλάστιγγα της φιλίας του προς το δίδυμο Κακριδή. Ο σύνδεσμος των τριών, κατά τον Φάνη Ι. Κακριδή, «είχε στήριγμα τα κοινά τους φιλολογικά ενδιαφέροντα, και κανόνα τη μεταξύ των τριών απόλυτη ειλικρίνεια. Φυσικά πίστευαν πως αυτή η ξεχωριστή τους σχέση θα διατηρηθεί για πάντα, αλλά φυσικά ήρθε η ώρα ο σύνδεσμός τους να χαλαρώσει, όταν ακολούθησαν ο καθένας το δρόμο του».
Σ' όλες τις επιστολές του από την Κύπρο ο Ιωάννης Συκουτρής υπογράφει με το ψευδώνυμο Αντιφών, το οποίο είχε επιλέξει όταν ακόμη ήταν μαθητής στη Σμύρνη. Γιατί όμως; Η επιλογή δεν είναι τυχαία εκτιμά ο Φάνης Ι. Κακριδής: «Ο Αθηναίος σοφιστής, ρήτορας και ρητοροδιδάσκαλος Αντιφών (480-411 π.Χ.) ήταν διάσημος για την ικανότητά του να επινοεί και να προβάλλει επιχειρήματα -ικανότητα ιδιαίτερα αναπτυγμένη και στον Συκουτρή, που ήταν στις συζητήσεις ακαταμάχητος, και το ήξερε».Ενας «δύσκολος» άνθρωπος είναι το ψυχογράφημα του Ιωάννη Συκουτρή. Δεν είναι εκτίμηση του φιλολογικού επιμελητή, αλλά του ίδιου του αποστολέα. Ο νέος φιλόλογος μιλάει για «παχύ εγωισμό», «ψυχρότητα και αναισθησίαν» και αυτοχαρακτηρίζεται «μισόκοσμος», «υπερβολικός», «κακός και καχύποπτος». Συν τοις άλλοις, διαρκώς παραπονιέται ότι οι άλλοι δεν τον καταλαβαίνουν: «Δεν ευρίσκω κανέναν που να ημπορή να με καταλάβη, και υποφέρω» ή «Δεν παύω να είμαι εις τον ψυχικόν μου κόσμον ξένος και μόνος».Τη γενικότερη κρίση του για την Κύπρο και την κατάστασή της, όπως επισημαίνει ο Φάνης Κακριδής, την καταλαβαίνουμε καλύτερα όταν διαβάζουμε τη βιβλιοκρισία του, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελληνικά» (1930), με αφορμή την έκδοση του βιβλίου τού Φ. Ζανέτου, «Η Κύπρος κατά τον αιώνα της παλιγγενεσίας». Γράφει λοιπόν ο Ιωάννης Συκουτρής ότι με το βιβλίο αυτό «μετέχει με του αλυτρώτου τον πόνον των εορτών της Εκατονταετηρίδος και η νήσος εκείνη, την οποία εγωιστική, αφρόντιστος και άστοργος διοίκησις και η λεβαντινική ασυνειδησία των τοπικών της οργάνωσης κρατεί όχι μόνον εις δουλείαν πολιτικήν, αλλά και εις κατάστασιν οικονομικής και πνευματικής στασιμότητας».Πολιτικά και ιδεολογικά, αν κρίνουμε από τα βιβλία που ζητάει να του αποστείλει η Ολγα Κομνηνού-Κακριδή, ο Συκουτρής αποδεικνύεται ότι ανήκει στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο. «Να μου στείλεις ολόκληρον βιβλιοθήκην σοσιαλιστού» ή «Εις του Βασιλείου θα εύρης και μερικά μικρού σχήματος κομμουνιστικά», της γράφει χαρακτηριστικά. Ας δούμε ορισμένους από τους τίτλους, όπως είναι αποτυπωμένοι στα γράμματά του: «"Marx Το κεφάλαιον", "κάτι του Engels". "Επίσης όλα τα σχετικά με τον σοσιαλισμόν συγγράματα, που θα εύρης", "Ο Ελευθερουδάκης έχει εκδώσει κάτι περί της πάλης των Τάξεων"».Από λογοτεχνία προτιμάει τους αρχαίους δραματουργούς και συγκεκριμένα τους Αισχύλο («Ορέστεια»), Σοφοκλή, Αριστοφάνη («Νεφέλες», σε μετάφραση Σουρή), Ευριπίδη («Αλκηστις», «Εκάβη», «Ανδρομάχη», «Βάκχαι», «Ιππόλυτος», «Μήδεια», «Κύκλωψ», «Τρωάδες»). Να μην ξεχάσουμε να αναφέρουμε ότι στην Κύπρο ο Ιωάννης Συκουτρής μετέφρασε την κλασική μελέτη τού Zielinski «Ημείς και οι Αρχαίοι», που εκδόθηκε το 1928. *

Tuesday, April 22, 2008

Αναντίρρητος φασισμός

Προσυπογράφουμε την καταγγελία του περιοδικού Δέκατα εναντίον της δικαστικής απόφασης για την απόσυρση από τις Σχολικές Βιβλιοθήκες του βραβευμένου με το Κρατικό Βραβείο μυθιστορήματος της Έρσης Σωτηροπούλου «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές» ως ωμή παρέμβαση στο έργο της λογοτεχνίας και της εκπαίδευσης και ως πράξη λογοκρισίας.

Θεωρούμε πως τον 21ο αιώνα η λογοτεχνία έχει δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση και κάθε προσπάθεια χειραγώγησής της παραπέμπει στον μεσαίωνα της πνευματικής ζωής του τόπου.

Καλούμε τους αναγνώστες αυτού του μπλόγκ να υπογράψουν το κείμενο διαμαρτυρίας εναντίον της φασιστικής αντίληψης περι των Γραμμάτων και Τεχνών στην Ελλάδα μας, όπως παρατίθεται πιο κάτω απο την ομάδα του περιοδικού Δέκατα.

Με τιμή

Το Κατοικίδιο

> Αγαπητοί φίλοι,>> Η "Κοινωνία των (δε)κάτων" καταγγέλλει την παρέμβαση της δικαιοσύνης στην > απόσυρση από τις Σχολικές Βιβλιοθήκες του βραβευμένου με το Κρατικό > Βραβείο μυθιστορήματος της Έρσης Σωτηροπούλου «Ζιγκ-ζαγκ στις > νεραντζιές» ως ωμή παρέμβαση στο έργο της λογοτεχνίας και της > εκπαίδευσης και ως πράξη λογοκρισίας। Ζητά από το Υπουργείο Παιδείας να > χρησιμοποιήσει κάθε νόμιμο μέσο για την αναστολή της εφαρμογής της > απόφασης προκειμένου να διαφυλάξει την ελευθερία της έκφρασης και το > κύρος των Γραμμάτων και της Παιδείας. Με την πράξη αυτή η Δικαιοσύνη, > ποινικοποιώντας την τέχνη του λόγου, μας επιστρέφει στο μεσαίωνα.>> Αθήνα, 17 Απριλίου 2008> (Υπογραφές 19 μελών)>> Επισκεφθείτε τον παρακάτω σύνδεσμο για να υπογράψετε κι εσείς ή/και > προωθήστε αυτό το ψήφισμα με όποιον τρόπο εσείς θεωρείτε κατάλληλο.>>
http://www।gopetition.com/petitions/restore-freedom-of-artistic-creation-and-education-greece.html>>


Περισσότερα: http://dekata.wordpress.com>> __________>>> Dear friends:>> The "(De)kata Society" denounces the interference of the Greek courts > leading to the withdrawal from the National School Library system of the > National Award novel, "Zig-zag Through the Bitter Orange Trees" by Ersi > Sotiropoulos, as an act of interference in the literary process and in > the educational system and as an act of censorship। The Society demands > that the Ministry of Education use every legal means to block the > enforcement of this unprecedented judicial decision in in order to ensure > the protection of freedom of expression and the sanctity of the arts and > education। With this act, the justice system, by criminalising the art of > writing, is throwing us back to the Middle Ages.>> Athens, 17 April 2008 (Signed by 19 members of the society)> Visit the link below to sign the petition and/or forward it on!>> >


http://www.gopetition.com/petitions/restore-freedom-of-artistic-creation-and-education-greece.html>> For more: http://dekata.wordpress.com>

Tuesday, April 15, 2008

Μετριότητες στις λίστες του Διαβάζω

Μικρές Λίστες του περιοδικού Διαβάζω

Φτωχή η φετινή παραγωγή σε μυθιστορήματα , ποίηση και διηγήματα। Αλλά η κριτική επιτροπή του περιοδικού Διαβάζω κρατώντας τους γνωστούς συσχετισμούς ανέδειξε τις υποψηφιότητες και φέτος। Μέσα σ΄αυτές οι συνήθεις ύποπτοι . Στις υποψηφιότητες των πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων και η κόρη Φακίνου. Αλλωστε τι σόι σπόνσορας του περιοδικού θα ήταν οι εκδόσεις Καστανιώτη;


Το Κατοικίδιο


Η απονομή των βραβείων θα γίνει στις 12 Μαΐου στο Νέο Μουσείο Μπενάκη, στην οδό Πειραιώς 138, στις 7.00 μ.μ., στο αμφιθέατρο του Μουσείου. Θα ακολουθήσει κοκτέιλ στο αίθριο του Μουσείου.
Στην τελετή απονομής έχουν κληθεί να παραστούν άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, εκπρόσωποι κοινωνικών, πολιτικών, πολιτιστικών φορέων και οργανισμών. Η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό.





Μικρές λίστες υποψηφίων προς βράβευση

ΜΙΚΡΗ ΛΙΣΤΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ [ΧΟΡΗΓΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ]

Γιώργος Γώτης, Χρονογραφία, εκδόσεις Στιγμή
Ντίνα Λιλή, Η ενηλικίωση των παραμυθιών, εκδόσεις Γαβριηλίδης
Πάνος Κυπαρίσσης, Το χώμα που μένει, εκδόσεις Καστανιώτη
Αντώνης Μακρυδημήτρης, Νάες άναες, εκδόσεις Ίκαρος
Ελένη Μαρινάκη, Εδώ στο λίγο, εκδόσεις Γαβριηλίδης
Χάρης Μιχαλόπουλος, Πιο νύχτα, εκδόσεις Μανδραγόρας
Αγγελική Σιδηρά, Αμείλικτα γαλάζιο, εκδόσεις Καστανιώτη
Τηλέμαχος Τσαρδάκας, Το σκοτεινό αγγελάκι και το δέντρο, εκδόσεις Γαβριηλίδης
Θανάσης Χατζόπουλος, Μετόπη, εκδόσεις Ύψιλον
Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Λιμός, εκδόσεις Νεφέλη

Δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η ποιητική παραγωγή του 2007 διαφέρει ριζικά από εκείνην του 2006. Κατά κανόνα, διατηρήθηκε η αρκετά υψηλή ποιότητα, την οποία είχαμε διακρίνει και στο έτος 2006. Επιπλέον, δόκιμοι και αναγνωρισμένοι ποιητές μας εξέδωσαν νέες συλλογές τους κατά την υπό κρίσιν περίοδο και, ταυτόχρονα, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά με βιβλίο τους αξιόλογες, νέες ελπιδοφόρες φωνές. Η επιτροπή, παρά την πολύ ικανοποιητική ποιότητα που διέκρινε στα έργα των καθιερωμένων (οι οποίοι έχουν βραβευτεί κατά το παρελθόν και έχουν αποσπάσει ποικίλες διακρίσεις), θεώρησε σκόπιμο να μην τους συμπεριλάβει στη μικρή λίστα, με το σκεπτικό να ενθαρρυνθούν και να αναδειχτούν νεότεροι ποιητές μας.
Σε σχέση με το «αντίπαλον δέος» της πεζογραφίας, διαπιστώθηκε και φέτος πως οι πρωτοεμφανιζόμενοι ποιητές υπερέχουν, σε πολλές περιπτώσεις, των αντίστοιχων νέων πεζογράφων. Υπενθυμίζεται, πάντως, όπως είχαμε σημειώσει και κατά το προηγούμενο έτος, πως «η ποιητική καταξίωση κερδίζεται τελικώς με βραδείς ρυθμούς και προϋποθέτει επίπονη πορεία».
Επιθυμία της επιτροπής ήταν να περιοριστεί σημαντικά, σε σχέση με το παρελθόν, ο αριθμός των βιβλίων της μικρής λίστας, επιθυμία που δεν εκπληρώθηκε, λόγω της ικανοποιητικής ποιοτικής στάθμης των προτεινόμενων βιβλίων.

ΜΙΚΡΗ ΛΙΣΤΑ ΔΟΚΙΜΙΟΥ [ΧΟΡΗΓΟΣ GRANT THORNTON]

Διαμάντη Αναγνωστοπούλου, Αναπαραστάσεις του γυναικείου στη λογοτεχνία,
εκδόσεις Πατάκη
Ευριπίδης Γαραντούδης, Από τον μοντερνισμό στη σύγχρονη ποίηση: 1930-2006,
εκδόσεις Καστανιώτη
Αλέξανδρος Ίσαρης, Κάτω από τόσα βλέφαρα: Σημειώσεις για τον Ρίλκε, εκδόσεις Ίκαρος
Τάκης Καγιαλής, Η επιθυμία για το μοντέρνο, Δεσμεύσεις και αξιώσεις της λογοτεχνικής διανόησης στην Ελλάδα του 1930, εκδόσεις Βιβλιόραμα
Τάκης Καρβέλης, Πολύτροπος αρμονία: Η κατά Κάλβον πολύτροπος αρμονία της ποίησης του Ελύτη: Από τους «Προσανατολισμούς» ως το «Άξιον Εστί», εκδόσεις Σοκόλη
Ξενοφών Α. Κοκόλης, Ο κόσμος του καθρέφτη στο έργο του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Καστανιώτη
Μαίρη Μικέ, Έρως (αντ)εθνικός: Ερωτική επιθυμία και εθνική ταυτότητα τον 19ο αιώνα, εκδόσεις Πόλις
Παναγιώτης Μουλλάς, Ο χώρος του εφήμερου: Στοιχεία για την παραλογοτεχνία του 19ου αιώνα, εκδόσεις Σοκόλη
Αλεξάνδρα Σαμουήλ, Ιδαλγός της ιδέας: Η περιπλάνηση του Δον Κιχώτη στην ελληνική λογοτεχνία, εκδόσεις Πόλις
Άννα Τζούμα, Εκατό χρόνια νοσταλγίας: Το αυτοβιογραφικό αφήγημα Έθνος, εκδόσεις Μεταίχμιο

Η χρονιά που πέρασε ευτύχησε να έχει και πολλά και καλά δοκιμιακά κείμενα. Το γεγονός αυτό ήταν ένας επιπλέον λόγος που δυσκόλεψε αρκετά τα πράγματα στο στάδιο της τελικής επιλογής. Όταν τα πολλά είναι και καλά, η επιλογή εκείνων που θα συγκροτήσουν τη μικρή λίστα γίνεται μάλλον δύσκολη υπόθεση.
Οι άλλοι λόγοι που δυσκόλεψαν τα μέλη της επιτροπής στις τελικές τους επιλογές είναι γενικότεροι. Γι’ αυτό, εύκολα θα μπορούσε κανείς να τους εικάσει. Ο πρώτος είναι η κάποια ασάφεια του όρου «δοκίμιο». Δεν είναι πάντα εύκολο να συμφωνήσουμε όλοι ποια, τελικά, κείμενα στεγάζονται κάτω από αυτό τον όρο.
Η επιτροπή, πάντως, έθεσε, μεταξύ των άλλων, ένα σαφές πλαίσιο και περίγραμμα. Ασχολήθηκε και αξιολόγησε δοκιμιακά κείμενα που είχαν, κυρίως, τρία χαρακτηριστικά: μελετούσαν θέματα και προβλήματα λογοτεχνίας, είχαν κάτι το ιδιαίτερα προσωπικό στον τρόπο προσέγγισης του θέματος και, τέλος, ανέδιδαν τη μεστότητα, αλλά και τη χάρη που απαιτεί η δοκιμιακή γραφή.
Από μια εύκαμπτη λογική τέτοιων κριτηρίων προέκυψε, τελικά, η μικρή λίστα για το είδος που καθιερώθηκε να το λέμε «δοκίμιο».

ΜΙΚΡΗ ΛΙΣΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ [ΧΟΡΗΓΟΣ ΟΣΕ]

Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Χάρτες: Εβδομήντα ιστορίες, εκδόσεις Πατάκη
Φώτης Θαλασσινός, Λούπα, εκδόσεις Καστανιώτη
Ευτυχία Καλλιτεράκη, Οι κουμπότρυπες: 13 ιστορίες, εκδόσεις Μελάνι
Μάκης Καραγιάννης, Ο καθρέφτης και το πρίσμα, εκδόσεις Νεφέλη
Ζέτα Κουντούρη, Όμορφη ζωή, εκδόσεις Κέδρος
Μαρία Κωτίδου, Επαφές, εκδόσεις Κέδρος
Νίκη Μαραγκού, Ο δαίμων της πορνείας, εκδόσεις Μελάνι
Δημήτρης Πετσετίδης, Λυσσασμένες αλεπούδες, εκδόσεις Κέδρος
Ασημένια Σαράφη, Φεγγαράδα στο δέρμα, εκδόσεις Πατάκη
Νίκη Χατζηδημητρίου, Υποφωτισμένο: Διηγήματα και άλλα, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Το ελληνικό διήγημα καταδιωκόταν για καιρό από την προσβλητική για το είδος υποψία ότι ήταν ένας προθάλαμος για την άσκηση του μελλοντικού μυθιστοριογράφου. Όμως, αν δούμε τη σημαντική του γονιμότητα κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια και την επιλογή ορισμένων συγγραφέων να ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με αυτό, μπορούμε μάλλον να πούμε ότι έχει πλέον γίνει ο ποιοτικός αντίποδας του πολύ συχνά άτεχνου και ανοικονόμητου ελληνικού μυθιστορήματος. Οι συλλογές διηγημάτων του 2007, με έντονη τη γυναικεία δημιουργική παρουσία, διακρίνονται για την πολυμορφία των αφηγηματικών τους τρόπων και την εξαιρετικά λειτουργική παρουσία του ανατρεπτικού στοιχείου της φαντασίας. Οι αναγνώστες έχουν να χαρούν την υποβλητική πλαστικότητα, τον ποιητικό ρεαλισμό αλλά και το μουσικό ρυθμό στις εξιστορήσεις των διηγηματογράφων που προκρίνονται.

ΜΙΚΡΗ ΛΙΣΤΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ [ΧΟΡΗΓΟΣ NISSAN]

Βασίλης Αλεξάκης, μ.Χ., εκδόσεις Εξάντας
Βαγγέλης Αυδίκος, Η κίτρινη ομπρέλα, εκδόσεις Μεταίχμιο
Νένη Ευθυμιάδη, Ο γιος του Μπίλυ Μπλου, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
Τάκης Θεοδωρόπουλος, Το αριστερό χέρι της Αφροδίτης, εκδόσεις Ωκεανίδα
Δημήτρης Καπετανάκης, Η συμμορία της συγκίνησης, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Ανδρέας Μήτσου, Ο κύριος Επισκοπάκης: η εξομολόγηση ενός δειλού, εκδόσεις Καστανιώτη
Μάριος Μιχαηλίδης, Ο Οστεοφύλαξ, εκδόσεις Μεταίχμιο
Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;, εκδόσεις Καστανιώτη
Γιώργος Παναγιωτίδης, Ερώτων και αοράτων, εκδόσεις Γαβριηλίδης,
Δημήτρης Σωτάκης, Ο άνθρωπος καλαμπόκι, εκδόσεις Κέδρος

Διαφωτισμός, αλλά και μυστικισμός, δοκιμιακό στοιχείο αλλά και ατμοσφαιρικότητα, ροπή προς το παράλογο, ανάπλαση μιας εποχής, χιούμορ ή άκρα σοβαρότητα, ταξίδια σε εξωτικούς τόπους, αλλά και ταξίδια στον εαυτό, αστυνομικά, βιβλιοφιλικά, ανάπλαση της ζωής πραγματικών προσώπων ή αναβίωση ηρώων της λογοτεχνίας σε νέες περιπέτειες, μυθιστορήματα-ποταμοί, αλλά και νουβέλες. Όλα υπήρχαν στο φετινό πεδίο της ελληνικής μυθιστοριογραφίας και σχεδόν όλα εκπροσωπούνται στη μικρή λίστα που καταρτίσαμε. Η λογική με την οποία συγκροτήθηκε το τελικό σώμα (με όχι λίγη δυσκολία) δεν ήταν βέβαια η λογική της εκπροσώπησης από το κάθε είδος, όμως το αποτέλεσμα συνιστά εντέλει ένα αρκετά αντιπροσωπευτικό δείγμα της παραγωγής του 2007. Αν γέρνει προς τα κάπου, είναι προς το παράλογο: αρκετά στοιχεία παραλόγου, ενός μάλλον τιθασευμένου παραλόγου ωστόσο, ή ένα μη ρεαλιστικό στυλιζάρισμα της πραγματικότητας παρουσιάζονται στα μυθιστορήματα της λίστας, δείχνοντας ίσως μία από τις βασικές κατευθύνσεις της ελληνικής πεζογραφίας. Επίσης, το χιούμορ, η χάρη, η ελαφριά ειρωνεία φαίνεται πως αποτέλεσαν κριτήρια για την επιλογή. Ο όγκος ορισμένων έργων και οι πολύ αργοί ρυθμοί στους οποίους εκτυλίσσονται οι ιστορίες αποτέλεσαν αποτρεπτικό παράγοντα για την πρόκριση. Αν στο αναγνωστικό κοινό αρέσουν συνήθως τα μεγάλα μεγέθη, η επιτροπή προτιμά τα μικρομεσαία.

ΜΙΚΡΗ ΛΙΣΤΑ ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
[ΧΟΡΗΓΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ]

Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ο κύριος Ταυ, εκδόσεις Μελάνι
Ελένη Κεφάλα, Μνήμη και παραλλαγές, εκδόσεις Πλανόδιον
Πατρίτσια Κολαΐτη, Σελέστεια, εκδόσεις Νεφέλη
Σοφία Κολοτούρου, Αν-επίκαιρα ποιήματα, εκδόσεις Τυπωθήτω
Αγορίτσα Μπακοδήμου, Εγχειρίδιο του καλού ταξιδιώτη, εκδόσεις Λιβάνη
Γιάννης Παλαβός, Αληθινή αγάπη και άλλες ιστορίες, εκδόσεις Introbooks
Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Έκαστος εφ’ ω ετάφη, εκδόσεις Γαβριηλίδης
Μαρία Φακίνου, Το καπρίτσιο της κυρίας Ν., εκδόσεις Καστανιώτη


Το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενων λογοτεχνών απονέμεται, όπως και πέρυσι, σε νέους ποιητές και πεζογράφους έως 40 ετών. Πέρυσι υπερείχαν αριθμητικά οι προκριθέντες πεζογράφοι, φέτος, αντίθετα, υπερέχουν αριθμητικά οι ποιητές. Η κριτική επιτροπή προέκρινε βιβλία τα οποία προϋποθέτουν αξιόλογη παιδεία και καλή γνώση της τεχνικής για το κάθε είδος. Γενικά, αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις για κάποιο ανανεωτικό κίνημα πέρα από τα καθιερωμένα, μπορούμε ωστόσο να μιλάμε για αρκετά προωθημένες μορφές έκφρασης. Γεγονός ενθαρρυντικό οπωσδήποτε για τη μελλοντική εξέλιξη των νέων συγγραφέων.

ΒΡΑΒΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΒΙΒΛΩΝ

ΜΙΚΡΗ ΛΙΣΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΥ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
[ΧΟΡΗΓΟΣ ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ]

Φραντζέσκα Αλεξοπούλου-Πετράκη (κείμενο), Ναταλία Καπατσούλια (εικονογράφηση),
Θέλω να γίνω ήρωας, εκδόσεις Παπαδόπουλος
Μελίνα Καρακώστα (κείμενο), Σόλης Μπάρκης (εικονογράφηση), Η μαύρη λίμνη,
εκδόσεις Πατάκη
Κώστας Μάγος (κείμενο), Μυρτώ Δεληβοριά (εικονογράφηση),Το δάσος της ξύλινης ξύστρας, εκδόσεις Πατάκη
Χρήστος Μπουλώτης (κείμενο), Φωτεινή Στεφανίδη (εικονογράφηση), Ο γάτος της οδού Σμολένσκη, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
Χρήστος Μπουλώτης (κείμενο), Βασίλης Παπατσαρούχας (εικονογράφηση),
Οι 12 κοκκινοσκουφίτσες και ο κουρδιστός λύκος, εκδόσεις Παπαδόπουλος
Βασιλική Νευροκοπλή (κείμενο), Νικόλας Ανδρικόπουλος (εικονογράφηση), Αν τ’ αγαπάς ξανάρχονται, εκδόσεις Λιβάνη
Ντορίνα Παπαλιού (κείμενο), Μάρια Μπαχά (εικονογράφηση), Όταν ο Ζορό έφαγε την έκθεσή μου, εκδόσεις Παπαδόπουλος
Μάρω Σφακιανοπούλου (κείμενο), Ίρις Σαμαρτζή (εικονογράφηση) Το ξύπνημα των κούκων, εκδόσεις Ταξιδευτής
Ευγένιος Τριβιζάς (κείμενο), Αντώνης Ασπρόμουργος (εικονογράφηση) Ο πόλεμος της Ωμεγαβήτας, εκδόσεις Μίνωας

ΜΙΚΡΗ ΛΙΣΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ
[ΧΟΡΗΓΟΣ ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ]

Μαρία Αβρααμίδου, Το σπίτι του άγγλου συνταγματάρχη, εκδόσεις Πατάκη
Άλκη Ζέη, Ο ψεύτης παππούς, εκδόσεις Κέδρος
Μάρω Λοΐζου, Το τσίμπημα της σφήκας, εκδόσεις Πατάκη
Φίλιππος Μανδηλαράς, Τα μπανανόψαρα, εκδόσεις Πατάκη
Βασίλης Παπαθεοδώρου, Χνότα στο τζάμι, εκδόσεις Κέδρος
Γιάννης Ρεμούνδος, Όνειρο είναι, θα περάσει, εκδόσεις Ψυχογιός
Κώστας Χαραλάς, Όλα έχουν μόνο μια πλευρά!, εκδόσεις Παπαδόπουλος
Πάνος Χριστοδούλου, Ο Ναβίντ δεν ήρθε για διακοπές, εκδόσεις Κέδρος
Λίτσα Ψαραύτη, Η σπηλιά της γοργόνας, εκδόσεις Πατάκη

Στα γραφεία του περιοδικού συγκεντρώθηκε ένας μεγάλος αριθμός από βιβλία του έτους 2007 υποψήφια για βράβευση, που εντάσσονται στις κατηγορίες «Εικονογραφημένο Παιδικό Βιβλίο» και «Λογοτεχνικό Βιβλίο για μεγάλα παιδιά». Τα μέλη της κριτικής επιτροπής κατά τις συναντήσεις τους αποφάσισαν την κατάρτιση «καταλόγων αντιπροσωπευτικών βιβλίων» (μικρές λίστες) και για τις δύο κατηγορίες. Τα περισσότερα βιβλία των καταλόγων αυτών διακρίνονται για τη θεματική τους τόλμη, την πρωτοτυπία της έμπνευσης, τους αφηγηματικούς τους τρόπους, την ποικιλία των τεχνικών που εφαρμόζουν.

Για την κατηγορία του «Εικονογραφημένου Παιδικού Βιβλίου» διαπιστώνεται ότι το δυνατό σημείο των σύγχρονων εικονογραφημένων βιβλίων στην Ελλάδα είναι η αισθητική τους. Ενισχύεται η εικαστική αφήγηση, ενώ διαφαίνεται μια τάση υπέρβασης του κειμένου και δημιουργικού διαλόγου μεταξύ κειμενικής και εικονιστικής αφήγησης. Αρκετά βιβλία διακρίνονται για τις ευφυείς ιδέες τους, όπως η ανάδειξη του καθημερινού και η προβολή αθέατων όψεών του, τις οποίες όμως οι συγγραφείς διαχειρίζονται πολλές φορές με αναιμικούς αφηγηματικούς τρόπους.

Στην κατηγορία «Λογοτεχνικό Βιβλίο για μεγάλα παιδιά» ξεχώρισαν βιβλία όχι μόνο καταξιωμένων αλλά και νεοεμφανιζόμενων συγγραφέων. Στη θεματολογία και στις αφηγηματικές τεχνικές αρχίζουν και διαμορφώνονται νέες τάσεις. Εντοπίζεται δυναμικότερη η παρουσία του χιούμορ, γίνεται εμφανέστερο το στοιχείο του παράδοξου, παρατηρείται διαπίδυση μεταξύ των λογοτεχνικών ειδών στο ίδιο βιβλίο. Παράλληλα, διαφαίνονται νέες τάσεις στο επίπεδο κυρίως της θεματολογίας, όπως αστυνομικού τύπου αφηγήσεις ή άλλες με φιλοσοφικό προβληματισμό. Τέλος, επισημαίνουμε την έκδοση «ελαφρών» αναγνωσμάτων που επικεντρώνονται σε «κοριτσίστικες» εφηβικές ανησυχίες.
Στο πλαίσιο όλων των παραπάνω παραμέτρων, προχωρήσαμε στην κατάρτιση της μικρής λίστας και για τις δύο κατηγορίες των βιβλίων για βράβευση.

Sunday, April 6, 2008

Αλεξάκης και Κούρτοβικ

Θα μπορούσαμε και να παρεξηγηθούμε επειδή στις τελευταίες αναρτήσεις παίζουμε συνέχεια Κούρτοβικ. Μοιάζει σαν μια συνεχής επιδημική προβολή του κριτικού με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου του.

Ωστόσο, επιλέγουμε αυτά τα καθαρά κριτικά κείμενα για συγκεκριμένα ευπρόβλητα βιβλία έναντι άλλων που έχουν την τάση να εκθειάζουν ανύπαρκτες καλωσύνες.

Τέλος, για το βιβλίο του κ. Κούρτοβικ δεν θα αναρτηθεί κάτι στο ιστολόγιο, καθώς πιστεύουε πως πρόκειται για ένα παρωχημένο μοντέλο μυθιστορήματος, που θα είχε γραφεί πολύ καλύτερα απο την Πηνελόπη Δέλτα εδώ κι έναν αιώνα περίπου.

Με όλο το σεβασμό προς το πρόσωπό του, ίσως ο κ. Κούρτοβικ θα πρέπει να εντρυφήσει στην κριτική του περισσότερο και ν’ αφήσει τη δημιουργική γραφή. Δεν έχει τίποτε νέο να προσθέσει στην ελληνική μυθιστοριογραφία.

Το Κατοικίδιο


Και με το Θεό και με το Μαμμωνά
Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

Χωρίς να διακωμωδεί τον αγιορείτικο μοναχισμό, ο Βασίλης Αλεξάκης τάσσεται υπέρ της αρχαίας ελληνικής σκέψης, στην αντιπαράθεσή της με το κλειστό διανοητικό σύμπαν της βυζαντινορθόδοξης πίστης και υπογράφει ένα μυθιστόρημα ευπρόσιτο, φιλόξενο προς τον αναγνώστη, με τις νοηματικές αποχρώσεις του χωνεμένες σ΄ έναν απλό αφηγηματικό καμβά
Αναγνωρίζεις αμέσως τη σφραγίδα του έμπειρου ΄Ελληνα συγγραφέα που έχει ζήσει σε κοσμοπολίτικο περιβάλλον και έχει μάθει να συνομιλεί με ένα κοινό ευρύτερο από το ελληνόφωνο. Την αναγνωρίζεις στην ακομπλεξάριστη γραφή (χωρίς εκείνες τις λογοτεχνίζουσες τζιριτζάντζουλες που είναι σύμπτωμα του επαρχιωτισμού και όχι υπέρβασή του), στην καθαρή ματιά (καθαρή, επειδή έχει μέτρο σύγκρισης και γι΄ αυτό βλέπει τα πράγματα στις σωστές διαστάσεις τους, αντί μέσα από την ιμπρεσιονιστική θολούρα της εθνοκεντρικής φαντασίας), στην πυκνότητα του λόγου (που αναζητεί την πειστικότητα στο βάρος των λέξεων και όχι στο πλήθος ή στο «μαγικό» κουδούνισμά τους). Το μυθιστόρημα του Αλεξάκη σε κερδίζει γιατί είναι ευπρόσιτο, φιλόξενο προς τον αναγνώστη, με τις νοηματικές αποχρώσεις του χωνεμένες σ΄ έναν απλό αφηγηματικό καμβά. Κινείται με ευλυγισία ακροβάτη σ΄ ένα θε ματικό πεδίο γεμάτο παγίδες και, παρόλο που ο χαρακτήρας του είναι περισσότερο δοκιμιακός παρά μυθοπλαστικός, υποστηρίζει τα νοήματά του με ζωηρές, εμβληματικές εικόνες αντί με αφηρημένα σχήματα. Η πιο επικίνδυνη παγίδα που παραμόνευε τον συγγραφέα ήταν η αφ΄ υψηλού στάση απέναντι στο θέμα του, η εύκολη διακωμώδηση ή στηλίτευση του αγιορείτικου μοναχισμού (εύκολη, επειδή διαλέγει να πορευτεί σ΄ έναν δρόμο ανοιγμένο από άλλους και χιλιοπερπατημένο). Ο Αλεξάκης την απέφυγε αυτή την παγίδα κρατώντας χαμηλούς τόνους, μέσω της κατασκευής του ήρωά του: ενός φοιτητή της αρχαίας ιστορίας, αθώου και κάπως αφελούς, ο οποίος επιφορτίζεται από τη σπιτονοικοκυρά του, μια ηλικιωμένη αρχοντογυναίκα, να αναζητήσει στον ΄Αθω τον αδελφό της, που έφυγε πριν από μισόν αιώνα για να καλογερέψει εκεί και δεν ξανάδωσε σημεία ζωής, εκτός από μια κάρτα. ΄Ετσι, ο νεαρός ήρωας βρίσκεται ξαφνικά ανάμεσα σε δύο κόσμους: από τη μια το αντικείμενο των σπουδών του, η αρχαία Ελλάδα, που τον ελκύει με τη βιοχάρεια και την ανήσυχη φιλοσοφική σκέψη της, από την άλλη ο βυζαντινός, ειδικότερα ο αθωνικός ευσεβισμός, μια terra incognita, για την οποία προσπαθεί να μάθει όσο μπορεί περισσότερα, πριν επισκεφθεί το ΄Αγιον ΄Ορος για να διεκπεραιώσει την αποστολή του. Αυτό το δίπολο ερεθισμάτων ενισχύεται από το οικογενειακό περιβάλλον του ήρωα: ο πράος πατέρας του, αν και απλός εργάτης, ενδιαφέρεται για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και είναι γενικά ένας σκεπτικιστής, ενώ η υπερδραστήρια και ισχυρογνώμων μητέρα του είναι θρησκομανής. Ο γιος επικοινωνεί καλύτερα με τον πατέρα του, αλλά θαυμάζει κατά βάθος την ενεργητικότητα και την αντοχή της μητέρας του. Ο ήρωάς μας θα φτάσει στο ΄Αγιον ΄Ορος αφού συλλέξει από τα διαβάσματά του και κυρίως από τις συζητήσεις του με διάφορα πρόσωπα ένα πλήθος πληροφορίες και γνώμες για την αθωνική κοινότητα- άλλες από αυτές ενθουσιώδεις, άλλες απαξιωτικές και άλλες παράξενα αντιφατικές. Τα όσα θα ζήσει εκεί- ευτράπελα, γκροτέσκα, θαυμαστά, θλιβερά, εξοργιστικά- θα επιβεβαιώσουν αυτό που είχε προαναγγελθεί με πολλούς τρόπους κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών του για το ταξίδι, αλλά και της ίδιας της πορείας του προς την «κιβωτό της Ορθοδοξίας»: ότι η αθωνική πολιτεία είναι μια μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας, ένα κράμα δεισιδαιμονίας και επιχειρηματικού δαιμόνιου, θρησκευτικού φανατισμού και χυδαίου ματεριαλισμού, μεγαλομανίας και μιζέριας, πουριτανισμού και ελευθεριότητας. Η ελληνική θρησκευτικότητα δεν έχει κανένα πνευματικό περιεχόμενο και κανένας δεν της ζητάει να έχει. Είναι ένα άδειο κέλυφος, που για τους πιστούς έχει αξία ακριβώς ως τέτοιο: ένα απολίθωμα με συμβολική λειτουργία, ένα ιδεόγραμμα που δεν χρειάζεται αποκρυπτογράφηση, αφού παριστάνει από μόνο του την εθνική ψυχή και τον δεσμό με το λαμπρό βυζαντινό παρελθόν. Πουθενά στο βιβλίο δεν αναδεικνύεται αυτό τόσο ανάγλυφα όσο στη συζήτηση του ήρωα με έναν Ελληναρά νοικοκύρη στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος περιγράφει λεπτομερώς και ανενδοίαστα την υποκρισία, τη φιλοχρηματία και τις κομπίνες των Αθωνιτών, αλλά τα θεωρεί όλα αυτά ασήμαντα μπροστά στον ρόλο τους ως προπύργιου του Ελληνισμού ενάντια στη Δύση και τον Πάπα. Από την άλλη, ο ήρωάς μας διαπιστώνει ιδίοις όμμασιν αυτό που του είπε ένας Γάλλος αρχαιολόγος: ότι «οι ορθόδοξοι παπάδες είναι πιο κεφάτοι από τους καθολικούς, δεν έχουν τόσες ενοχές, τόσες τύψεις, γελάνε ευκολότερα». Το στοιχείο της παιδικότητας στη συμπεριφορά των Αθωνιτών, που ίσως διασώζει κάτι από τις καλές πλευρές του ελληνικού τρόπου ζωής, προβάλλει με ιδιαίτερα χαρακτηριστική μορφή στο επεισόδιο με τον καλόγερο που, για να διασκεδάσει τη μοναξιά του, έχει επινοήσει ένα παιχνίδι: να χαιρετάει τα στρατιωτικά αεροπλάνα ανεμίζοντας μια τεράστια βυζαντινή σημαία και εκείνα να τον αντιχαιρετούν με μια βουτιά στον αέρα. Ο νεαρός φοιτητής τα καταγράφει όλα αυτά χωρίς σχόλια. Οι αντιφατικές εικόνες που παρατηρεί τον σαστίζουν, αλλά, σαν παιδί και ο ίδιος, αμήχανο και γεμάτο περιέργεια, αφήνεται στις εντυπώσεις του χωρίς να επιχειρεί αμέσως να τις οργανώσει λογικά, διατηρώντας ωστόσο μια εφεκτική στάση, μια διακριτική απόσταση από όσα διαδραματίζονται γύρω του. Θα εκραγεί- με αποτέλεσμα το οδοιπορικό του στο ΄Ορος να τελειώσει δραματικά- μόνον όταν ένας αγιογράφος μοναχός τον πληροφορήσει, εντελώς αδιάφορα, ότι τα φύλλα χρυσού με τα οποία ντύνει τα εικονίσματά του προέρχονται από κτερίσματα αρχαίων τάφων της περιοχής. Είναι το σημείο όπου η ασυμφιλίωτη αντίθεση ανάμεσα στους δύο κόσμους, τον αρχαιοελληνικό και τον βυζαντινορθόδοξο, γίνεται για τον ήρωα από θεωρητική γνώση, ή ίσως ακόμη και μετέωρο ερώτημα, άμεσο βίωμα. Λίγο πριν από αυτό το περιστατικό, έχει καταφέρει να ανακαλύψει το πρόσωπο που αναζητούσε. Η συνάντηση μαζί του είναι η εκπληκτικότερη σκηνή του μυθιστορήματος, γιατί, αντίθετα από αυτό που υπαγορεύει η λογοτεχνική παράδοση σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, εδώ έχουμε μια συγκλονιστική αντικλίμακα, έναν μελαγχολικό, αλλά έξοχα δοσμένο λογοτεχνικά θρίαμβο της ανθρώπινης φθαρτότητας, και γενικά της εντροπίας, πάνω στη μεταφυσική σύλληψη του κόσμου που (υποτίθεται ότι) αντιπροσωπεύει ο μοναχισμός. Η τελευταία, ονειρική σκηνή του μυθιστορήματος είναι εξίσου υποβλητική, αλλά προς διαφορετική κατεύθυνση. Σε μια ανάδρομη κίνηση στον χρόνο, ο φοιτητής επιστρέφει από το ΄Αγιον ΄Ορος γερασμένος, κυριολεκτικά γέρος, και συναντάει την εντολοδότριά του σε μια περασμένη ηλικία της, δροσερό κορίτσι ακόμα. Η πολλή γνώση και σοφία μπορεί να κουράσουν τον άνθρωπο, να τον γεράσουν πρόωρα- και ο ήρωάς μας έμαθε πολλά, υπερβολικά πολλά, στη σύντομη διάρκεια του ταξιδιού του. Είναι η επιθυμία της γνώσης και της σοφίας, η ανήσυχη αναζήτησή τους, που χαρίζουν νεανικότητα. Και αυτό, ως λογοτεχνική μεταφορά, αποτελεί ίσως το ισχυρότερο επιχείρημα του Αλεξάκη υπέρ της αρχαίας ελληνικής σκέψης, στην αντιπαράθεσή της με το κλειστό διανοητικό σύμπαν της βυζαντινορθόδοξης πίστης. Η αθωνική πολιτεία, όπως την παρουσιάζει ο Αλεξάκης, είναι μια μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας, ένα κράμα δεισιδαιμονίας και επιχειρηματικού δαιμόνιου, θρησκευτικού φανατισμού και χυδαίου ματεριαλισμού, μεγαλομανίας και μιζέριας, πουριτανισμού και ελευθεριότητας, αλλά οι ορθόδοξοι παπάδες είναι πιο κεφάτοι από τους καθολικούς, δεν έχουν τόσες ενοχές, τόσες τύψεις .

Monday, March 31, 2008

Μικρός Δακτύλιος

Πώς ψηλώνει ο Λυκαβηττός
Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ



Έπειτα από τρία μυθιστορήματα με κοινό θεματικό γνώρισμα τη συνειδησιακή αφασία τυπικών «αντιηρώων» της εποχής μας, ο 40χρονος πλέον Κώστας Κατσουλάρης επανέρχεται σ΄ αυτό που είναι η βαθύτερη ιδέα του πρώτου βιβλίου του, του Ιστορίες από τον αφρό (1997): την ποιητική αναγωγή ενός χώρου και των αλλαγών του μέσα στον χρόνο σε μεταφορά για το πεπρωμένο των κατοίκων του. Τώρα όμως ο χώρος αυτός δεν είναι ένα μπαρ, όπως σ΄ εκείνο το βιβλίο, μα το κέντρο της Αθήνας, και πιο συγκεκριμένα η περιοχή γύρω από τον Λυκαβηττό. Η μετακίνηση αυτή του βλέμματος έχει τη σημασία της, που δεν θα μας την αποκαλύψει από μόνη της η πληροφορία ότι ο συγγραφέας διαμένει σήμερα στους πρόποδες του λόφου. Ενώ τα μπαρ και η κουλτούρα που αναπτύχτηκε γύρω τους τη δεκαετία του 1980 υπήρξαν έμβλημα της πρώτης μεταπολιτικής γενιάς (της γενιάς του Κατσουλάρη), η οποία έδινε σ΄ αυτούς τους περίκλειστους, υποφωτισμένους χώρους φευγαλέων συναντήσεων και συγκινήσεων την αύρα ενός αυτόνομου κόσμου «συλλογικής ιδιώ τευσης», με τη δική του μυθολογία, στα χρόνια που ακολούθησαν οι ευαισθησίες άλλαξαν. Το πιστοποιεί η νεότερη πεζογραφία μας: η οπτική γωνία ανοίγει, οι χαρακτήρες κινούνται σε μεγαλύτερη ακτίνα, η εικόνα γίνεται λιγότερο φασματική, αλλά περισσότερο καλειδοσκοπική, λιγότερο συνεκτική, αλλά περισσότερο πλούσια και απτή στα υλικά της. Ο «έξω κόσμος» ξαναγίνεται ενδιαφέρων, αλλά η θέασή του ως συνόλου παραμένει δυσεπίτευκτη και συνεπώς η σύλληψή του μέσω μιας ποιητικής μεταφοράς εκκρεμής υπόθεση. Σ΄ αυτό το πλαίσιο συζήτησης, το καινούργιο εγχείρημα του Κατσουλάρη εμφανίζεται τολμηρό και πρωτότυπο. Πολύ περισσότερο αφού η Αθήνα, άναρχη, άμορφη, χαώδης και ωστόσο παράξενα συναρπαστική για αρκετούς, είναι απόλυτα απαξιωμένη από την ελληνική διανόηση. Απορρίπτοντας αυτή τη στάση, που ουσιαστικά προδίνει μια αντίληψη αρνητικής ηθογραφίας, ο Κατσουλάρης προσπαθεί να συλλάβει την αθηναϊκή περιπέτεια στη χρονικότητά της, συνδέοντάς τη με την πορεία της δικής του συνείδησης. Όταν, στο διήγημα «Ο Βράχος», το πρώτο της συλλογής, παρακολουθεί τη νυχτερινή βόλτα μιας παρέας απροσάρμοστων εφήβων του ΄80 στον Λυκαβηττό από τη σκοπιά ενός από αυτούς, παρεμβάλλει στη διήγηση έναν αντιφωνητή που, από ικανή χρονική απόσταση, περιγράφει το ανούσια πανηγυρικό πολιτικό κλίμα της εποχής (τόσο ξένο για εκείνους), έτσι ώστε η απρόσμενη και ανεξήγητη τραγική κατάληξη της εξόρμησης προβάλλει σε άλλο φως. Στο διήγημα «Φίλιον πυρ», πάλι, η εικόνα του ιστορικού καφέ της οδού Σκουφά και των επώνυμων θαμώνων του δεν είναι ένα ηθογραφικό ενσταντανέ μα ένα παλίμψηστο, σχηματισμένο από τους συνειρμούς της μνήμης και των σκέψεων του συγγραφέα ένα πρωινό που κάθεται ο ίδιος εκεί και παρατηρεί την κίνηση γύρω του. Ενώ σ΄ ένα διήγημα διαφορετικού κλίματος, το «Η γιαγιά (το νόημα της Πρωτοχρονιάς)», η καθιερωμένη υποδοχή της Πρωτοχρονιάς από μια αστική οικογένεια γίνεται αφορμή να σχολιαστεί έμμεσα η αποξένωση των μελών της και η φθορά του οικογενειακού θεσμού, μέσα από την αόρατη παρουσία της (πεθαμένης από καιρό) γιαγιάς και του μνημονικού φορτίου που προσωποποιείται σ΄ αυτή. Ο Κατσουλάρης δείχνει πως ξέρει να διακρίνει στα τοπόσημα της Αθήνας και στις σκηνές της αθηναϊκής ζωής τη μόνιμη δυνατότητα ανατροπής, που προκαλείται από την εισβολή του απρόοπτου, την ξαφνική εμφάνιση του γκροτέσκου, της παραφωνίας που πότε αναδεικνύει ένα κρυμμένο μοτίβο της μελωδίας και πότε γίνεται η εισαγωγή σε μια άλλη, εντελώς διαφορετική μουσική. Στο διήγημα «Ιδανικός θεατής» ο ήρωας δραπετεύει από μια θεατρική αίθουσα στη διάρκεια της παράστασης, πανικόβλητος τόσο από τον ασφυκτικό χώρο όσο και από τα τεκταινόμενα επί σκηνής, και πέφτει πάνω σ΄ έναν όμιλο από παιδάκια με σύνδρομο Ντάουν, που περιμένουν τη σειρά τους να βγουν στο πάλκο: μεμιάς, θεατρική σύμβαση και πραγματικότητα συγχωνεύονται, ο πανικός του ήρωα τον ακολουθεί έξω, στη ζωή, όπου και βρίσκεται φυσικά η αληθινή γενεσιουργός αιτία του. Από την άλλη, στο διήγημα «Τα παπούτσια και το παντελόνι» δυο φίλοι πηγαίνουν για ψώνια στο Κολωνάκι, αγοράζουν τελικά άλλα αντ΄ άλλων, μπαίνουν έπειτα σ΄ ένα ποτάδικο της Μηλιώνη, φλερτάρουν στην μπάρα με μια γυναίκα, ενώ η σύζυγος του ενός τον αναζητεί απελπισμένα στο κινητό του, ώσπου η θορυβώδης εμφάνιση στο μοδάτο μαγαζί δύο γύφτων οργανοπαικτών (ο ένας είναι ένα μικρό αγόρι ντυμένο σαν τραβεστί) προκαλεί μια έκρηξη των αισθήσεων και δρομολογεί μια ιλαροτραγική κατάληξη της ιστορίας, που λειτουργεί σαν ειρωνικό σχόλιο για τις ματαιόσχολες δραστηριότητες των δύο ηρώων. Η ματιά του Κατσουλάρη, ακόμα και σε τέτοια περιπαικτικά σπιθίσματά της, είναι μελαγχολική, πικρή, σκοτεινιασμένη από τη βαριά σκιά του θανάτου και της ματαίωσης. Αυτή η διάθεση είναι, μαζί με το κοινό τοπογραφικό στίγμα, το κύριο ενοποιητικό στοιχείο των διηγημάτων της συλλογής και η πηγή του ποιητικού δυναμικού τους. Η δραματικότε- ρη και ίσως καλύτερη έκφρασή της είναι το διήγημα «΄Ασκηση ετοιμότητας», όπου μαθητές ενός σχολείου καλούνται να υποδυθούν τους τραυματίες σε μια εκπαιδευτική προσομοίωση σιδηροδρομικού δυστυχήματος: η όλη επιχείρηση διεξάγεται σε ατμόσφαιρα ζοφερών υπαινιγμών και οιωνών, που θυμίζει έντονα Χένρυ Τζαίημς. Ακόμα και στο απολαυστικά αυτοσαρκαστικό «Αυτός ο Άλλος», όπου ο συγγραφέας θέλει να ξεκολλήσει από το κολωνακιώτικο περιβάλλον του για να βρει καινούργια έμπνευση στη «χύμα ζωή», στον κόσμο των περιθωριακών γύρω από την Ομόνοια, με αποτέλεσμα να μπλέξει σε τραγελαφικές καταστάσεις, υπάρχει μια οδυνηρή αιχμή καβαφικού χαρακτήρα: ο συγγραφέας δεν μπορεί να ξεφύγει από τη σκιά του, «η πόλη τον ακολουθεί». Εκείνο που εντοπίζω ως βασική αδυναμία μερικών από τα διηγήματα του Κατσουλάρη, εκείνο που βραχυκύκλωσε σε μεγάλη έκταση και τα τρία μυθιστορήματά του, είναι η ένδοση στον πειρασμό της ναρκισσιστικής αυτολύπησης, που παρουσιάζεται με τη μορφή μιας εξαντλητικής συμπτωματολογίας του ατομικού υπαρξιακού κενού. Καρπός αυτής της τάσης είναι εδώ κάμποσες άχαρες, βαρετές σελίδες με ελάχιστη ουσία. Είναι, επίσης, η (τελείως άστοχη) επιλογή του Κατσουλάρη να συμπεριλάβει το διήγημα ενός φίλου του, το οποίο αποτελεί και το πιο κραυγαλέο δείγμα της εν λόγω στάσης. Μια και το΄ φερε η κουβέντα, περιττές βρίσκω και τις φωτογραφίες από κινητό τηλέφωνο, που συνοδεύουν τα διηγήματα, έστω και αν τις θεωρήσουμε κλείσιμο του ματιού του Κατσουλάρη στους ανθρώπους της γενιάς του, όπως υπαινίσσεται ο ίδιος σ΄ ένα σημείωμα στο τέλος του βιβλίου (δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν πιστεύει πως η λογοτεχνία χρειάζεται οπτική υποστήριξη!). Οι παραπάνω ενστάσεις δεν μειώνουν ωστόσο το ειδικό βάρος αυτού του βιβλίου. Μολονότι οι ιστορίες του διαδραματίζονται σε μια ζώνη λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων, ανάμεσα στον Λυκαβηττό, την Ομόνοια και την Κυψέλη, η ανθρωπογεωγραφία αυτής της περιοχής εμφανίζεται στις σελίδες τους τόσο πλούσια και οι αντηχήσεις της στην ψυχή τόσο πολλαπλές ώστε έχουμε την αίσθηση ενός ασύγκριτα μεγαλύτερου χώρου. Αυτό θα θέλαμε πολύ να μας το δίνει συχνότερα όχι μόνον η πεζογραφία μας μα και γενικά ο λόγος περί Αθήνας στις τέχνες και τα γράμματα.

Monday, March 3, 2008

Επικίνδυνες λέξεις της Φιλομήλας Λαπατά

"Οι λέξεις είναι αθώες, αλλά γίνονται επικίνδυνες όταν δεν έχουμε συμφιλιωθεί με τη σημασία τους".

Tης Αναγνώστριας

Απάνω σε εφτά "επικίνδυνες" λέξεις στήνει τα εφτά κεφάλαια του βιβλίου της η Φιλομήλα Λαπατά (Καστανιώτης, 2007): Οικογένεια, Εξ αδιαιρέτου, Ζήλεια, Γάμος, Διαζύγιο, Φυγή, Συγγνώμη. Φορείς και ενσαρκωτές των "επικίνδυνων" λέξεων, μια μεγαλοαστική αθηναϊκή οικογένεια, με χρόνο έναρξης της ιστορίας το 1980. Βασικά πρόσωπα δυο δίδυμες αδελφές, η Μυρσίνη και η Αταλάντη, όμοιες εξωτερικά αλλά μ' ένα εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Μέσα από την εναλλασσόμενη δική τους αφηγηματική οπτική παρακολουθούμε την εξέλιξη του μύθου, ενώ γύρω διαπλέκονται τα πρόσωπα της οικογένειας: Η εκατοντάχρονη γιαγιά Αμαλία Κορωναίου, μια δυναμική παρουσία, που σύντομα εγκαταλείπει τη σκηνή με το θάνατό της, θείοι και θείες, ξαδέλφια από πρώτους και δεύτερους γάμους, οι γονείς των διδύμων, ο γιατρός Αλέξανδρος Κορωναίος και η σύζυγός του, η καλλονή Ζαΐρα, διεθνές μοντέλο στα νιάτα της, μια πιστή οικονόμος, μακρινή συγγένισσα, που ο ρόλος της διαρκεί ως το τέλος του βιβλίου, και άλλα ακόμη.

Η Μυρσίνη και η Αταλάντη βρίσκονταν από μικρές σε μια διαρκή αντιπαλότητα και αντιζηλία. Η Μυρσίνη ήταν η "καλή" κόρη, η φρόνιμη, η σοβαρή, η άριστη μαθήτρια, που θα σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης. Η Αταλάντη είναι το αγοροκόριτσο, η ατίθαση, αυτή που ρίχνει κεραυνό έκπληξης στο σπίτι της Διονυσίου Αρεοπαγίτου δηλώνοντας ότι θα σπουδάσει νοσοκόμα, πράγμα που θα κάνει και, εντασσόμενη στους "γιατρούς χωρίς σύνορα", θα ζήσει στα πιο επικίνδυνα μέρη του πλανήτη.

Η πορεία της ζωής της Μυρσίνης είναι η προδιαγεγραμμένη πορεία της ζωής μιας "καλής" κόρης. Μετά τις σπουδές της εργάζεται σε μια γκαλερί και παντρεύεεται έναν ωραίο αστροφυσικό, τον Παύλο.

Μεγάλη έμφαση δίνεται από τη συγγραφέα στον θρυλικό έρωτα των γονιών των δυο κοριτσιών, έναν έρωτα τόσο δυνατό που να αφήνει σε δεύτερη μοίρα την ανατροφή των διδύμων και που ο θάνατος του ενός θα οδηγήσει σύντομα και στο θάνατο του άλλου.

Η αφηγηματική δεινότητα της Λαπατά παρασύρει τον αναγνώστη, αλλά βρήκα το βιβλίο κατώτερο από τις "Κόρες του νερού", το μόνο άλλο μυθιστόρημά της που έχω διαβάσει. Οι "Επικίνδυνες λέξεις" ξεκινούν ωραία με την οικογενειακή συγκέντρωση για να γιορταστούν τα εκατόχρονα της γιαγιάς. Είναι επίσης πολύ επιτυχώς δοσμένοι οι χαρακτήρες του έργου. Σιγά-σιγά όμως το μυθιστόρημα κλίνει προς το προβλεπτό και το μελό. Όταν, για παράδειγμα, η Αταλάντη σ' ένα από τα ταξίδια της συναντά σ' ένα αεροδρόμιο έναν ωραίο άγνωστο, κουβεντιάζουν για ώρα και χωρίζουν χωρίς να πουν τα ονόματά τους, εύκολα μαντεύουμε όχι μόνο ποιος θα είναι, αλλά και τη συνέχεια που θα στηριχτεί στην αιώνια αντιπαλότητα με τη Μυρσίνη.

Ομολογώ ότι διάβασα χωρίς διακοπή το βιβλίο. Όταν όμως το έκλεισα, είπα: "Ε, και λοιπόν