Sunday, September 2, 2007

Το Κριτικόχρωμα του Κατοικίδιου

ΕΘΝΟΣ, Της Ελένης Γκίκα

Υπογράφει ως «Κατοικίδιο», η ιστοσελίδα του ονομάζεται «Κριτικόχρωμα», τη συναντάμε στη διεύθυνση http://kritikohroma.blogspot.com/ και υποστηρίζει πως είναι ομάδα. Ανεβάζει επώνυμες κριτικές για βιβλία, έχει τολμήσει ήδη δύο ψηφοφορίες («τα καλύτερα βιβλία του 2006», «ψηφίστε το τοπ βιβλιοφιλικό μπλογκ») και ο λόγος ανήκει στους ίδιους:
Το «κατοικίδιο» ξεκίνησε από μια τεράστια αγάπη για το ελληνικό βιβλίο αλλά και από το παράπονο μιας ομάδας ανθρώπων που βρίσκονται στο παρασκήνιο της βιβλιοπαραγωγής. Ο πιο έμπειρος στα ηλεκτρονικά φίλος το έστησε κι εμείς οι υπόλοιποι καταθέτουμε τις απόψεις μας για τον χώρο, τα πρόσωπα και τα βιβλία.
Είμαστε μια μικρή ομάδα επιμελητών βιβλίου, που γνωρίζουμε πολλά για τους διαδρόμους της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής. Παρακολουθούμε από κοντά τα δρώμενα, καταγράφουμε και προσπαθούμε να επέμβουμε μέσω του μπλογκ που παρά την ανωνυμία του προτείνει επώνυμες κριτικές για τα βιβλία.
Γι αυτό πολλές φορές θα δείτε τα εισαγωγικά μας κείμενα να είναι γραμμένα με διαφορετικούς τρόπους, επειδή ακριβώς προέρχονται από διαφορετικά άτομα και προσωπικότητες. Επίσης, καθένας από μάς έχει αγαπημένους συγγραφείς, είναι μοιραίο άλλωστε.
Η ζωή μας άλλαξε πραγματικά μέσα από το μπλόγκινγκ. Βρισκόμαστε πολλές φορές τα βράδια στο δικό μου σπίτι και κάνουμε σέρφινγκ στα άλλα βιβλιοφιλικά μπλογκς. Προσπαθούμε να κάνουμε παρεμβάσεις με διαφορετικά ονόματα αλλά και κάτω από την ετικέτα του Κατοικίδιου. Πιστεύουμε ότι όλα τα βιβλιοφιλικά ιστολόγια φέρνουν ένα νέο αέρα στο χώρο. Παρόλο που τις περισσότερες φορές πέφτουν θύματα της πεπατημένης των βιβλιοκριτικών, ωστόσο παρουσιάζουν και κάποια μεταφρασμένα στα ελληνικά βιβλία που δεν ακούγονται αλλού.
Αυτό που πραγματικά μας κάνει να ξεχωρίζουμε ως μπλογκ ανάμεσα στα βιβλιόφιλα είναι η λίστα της ψηφοφορίας, όπου καταγράψαμε όλα τα υποψήφια για βράβευση βιβλία των μικρών και μεγάλων καταλόγων, καθώς και κάποια άλλα τα οποία ήταν ξεχωριστά αλλά παραγνωρισμένα από το σύστημα. Βέβαια, κάποιοι προσπάθησαν να διαβρώσουν την ψηφοφορία μας, αλλά ειδοποιηθήκαμε έγκαιρα από την εταιρεία του poll host κι έτσι το αντιμετωπίσαμε. Αν ξανασυμβεί πάντως θα καταφύγουμε στο ηλεκτρονικό έγκλημα για να διαπιστώσουμε ποιοι σαμποτάρουν την προσπάθεια και γιατί και μάλιστα ποιους συγγραφείς!
Δεν κάναμε πολλούς φίλους μέσα από το μπλόγκινγκ γιατί μας αντιμετωπίζουν με καχυποψία। Θεωρούμε πως κάποιοι μπλόγκερς που είναι για καιρό στο διαδίκτυο έχουν ένα στυλ που τείνει να γίνει συμβατικό και παρεϊστικο. Εμείς αυτό το ιστολόγιο το στήσαμε όχι από νεύρωση, αλλά από ανάγκη να τοποθετήσουμε το βιβλίο στη σωστή του διάσταση, πέρα από παρεϊστικες και άλλες νοοτροπίες. Πιστεύουμε πως έχουμε κερδίσει αυτό το στοίχημα προς το παρόν. Θα θέλαμε να σάς ανακοινώσουμε ότι ανάμεσα στην παρέα (όπου συχνάζουν και πολλοί φιλόλογοι άσχετοι με την επιμέλεια βιβλίων) σκεφτήκαμε να συγκεντρώσουμε ένα χρηματικό ποσόν για να βραβεύσουμε τα δημοφιλέστερα βιβλία του μπλογκ. Τελικά, όταν ήγγικεν η ώρα, επικράτησε η μετριοπαθής αντισυμβατική λογική να αναρτηθούν τα καλύτερα βιβλία της λίστας χωρίς να δοθούν βραβεία. Άλλωστε, τι θα μας ξεχωρίσει τελικά από τους διαπλεκόμενους περιοκατζήδες και κρατικούς καρεκλοκένταυρους; Ετσι στο μπλογκ ως επιβράβευση θα κρατήσουμε τον κατάλογο των καλύτερων 12 βιβλίων της χρονιάς μέχρι το τέλος του 2007».


Υστερόγραφο: Καθυστερήσαμε την ανάρτηση του πόστ, λόγω της τραγικής επικαιρότητας των ημερών। Θα φάνταζε αταίριαστη η υπεροψία της αυτοδημοσιότητας όταν οι πυρκαγιές λεληλατούσαν τη χώρα।
Πάντως, η προσπάθεια του Εθνους να αναδεικνύει χωρίς διάκριση και άλλα προσωπικά κριτήρια τα βιβλιοφιλικά ιστολόγια, αναπτερώνει τις επίδες πως επιτέλους προβάλλεται και η άλλη άποψη έστω κι αν είναι πιό αντικομφορμιστική!

Με εκτίμηση

Το Κατοικίδιο

Saturday, August 18, 2007

Πολύς λόγος για μια αυτοαναίρεση

Κατάφερα να ολοκληρώσω την ανάγνωση αυτού του έργου της Νίκης Αναστασέα, το οποίο πόρρω απέχει απο το εκπληκτικό πρωτόλλειό της «Αυτή η Αργή Μέρα Προχωρούσε» όπερ και έλαβε το βραβείο απο το περιοδικό Διαβάζω μερικά χρόνια πρίν.

Υφος στυφό, πλατειάζον, ύφος επιδεικτικά δηκτικό και κραυγαλέα επιτηδευμένο. Θεωρώ πως η Αναστασέα για να κρατήσει τη γραμμή της πρώτης εμφάνισης βούτηξε στα λιμνάζοντα νερά μιας περασμένης ιδεολογίας, που προσπαθώντας να την αναιρέσει , αυτοαναιρείται η ίδια με διάφορα προσχηματικά κόλπα.

Πολύς λόγος για ένα έργο δύσπεπτο και προσποιητό στη λογοτεχνική κριτική πιάτσα και πολλές πομπώδεις υποψηφιότητες για χάρη του ενδόξου παρελθόντος της.

Το Κατοικίδιο


Το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη και ο κομφορμισμός της δεκαετίας ’80

Της Τιτικας Δημητρουλια
Νίκη Αναστασέα
Επικράνθη. Διά χειρός Αλέξη Ραζή
εκδ. Κέδρος
Η γενιά του Πολυτεχνείου, παρά τα φώτα των προβολέων και τους επετειακούς εορτασμούς, διατηρεί πάντα μια αδιαφάνεια, που εξαρχής τη χαρακτήριζε, σύμφυτη με το ύψος των προσδοκιών της και το βάθος της διάψευσής τους, ανάλογη ίσως με τη μοναδικότητα του γεγονότος που τη γέννησε। Γι’ αυτή τη γενιά, αγόρια και κορίτσια προερχόμενα από όλες τις κοινωνικές τάξεις, μέσα και έξω από τις οργανώσεις και τις ομαδούλες που έθαλλαν μαζί με τις μολότωφ, τα πορτρέτα του Λένιν και του Μαρξ, του Τσε και του Μάο, τα συνθήματα, τις πορείες, τις συνελεύσεις, το προσωπικό συναιρούνταν με το συλλογικό. Συχνά μάλιστα το προσωπικό καλυπτόταν κάτω από την προστατευτική αίγλη του συλλογικού, οι σχέσεις, φιλικές κι ερωτικές, κινούνταν πολλές φορές στο πλαίσιο μιας ιδιότυπης επαναστατικής ενδογαμίας, οι ανθρώπινες ιδιοτέλειες μετατρέπονταν σε ισχυρές πεποιθήσεις.

Μύθος και πραγματικότητα
Ολα ήταν δυνατά, και ερμηνεύσιμα, το σκοτάδι της εποχής καταυγαζόταν από το άπλετο φως της ζωτικής βεβαιότητας। Εως την ορμητική εισβολή της πραγματικότητας, πάντα παρούσας και σοφά συγκαλυμμένης, που επανέκαμψε προσφέροντας την εξουσία ως ανταπόδοση της πίστης, τη δημοσιότητα ως αντιστάθμισμα της αποτυχίας. Αλλοι συνέχισαν, άλλοι πήγαν στο σπίτι τους, το αίνιγμα της συσσωμάτωσής τους παρέμεινε, μιας συσσωμάτωσης που τη διέτρεχαν σωρός αντιφάσεις, πολιτικές, κοινωνικές, προσωπικές. Ο μύθος διατηρήθηκε. Παρότι κάποιοι αυτόπτες και αυτουργοί μίλησαν πολύ νωρίς, έξω από το δόντια, όπως η Μάρω Δούκα στο μυθιστόρημα-σταθμός της ελληνικής μεταπολίτευσης, την «Αρχαία Σκουριά». Εικόνες και θραύσματα της γενιάς αυτής γλιστρούν στις σελίδες του νέου βιβλίου της Νίκης Αναστασέα, εφτά χρόνια μετά το πρώτο της μυθιστόρημα, «Αυτή η αργή μέρα προχωρούσε» (βραβείο Διαβάζω), κινώντας μας εξ ορισμού το ενδιαφέρον. Πιο συγκεκριμένα, το μυθιστόρημά της ανασυνθέτει το περιβάλλον των αριστερίστικων οργανώσεων που, πέρα από την πάλη ενάντια στη χούντα, ακολουθούσαν τα χνάρια της γαλλικής Προλεταριακής Αριστεράς, προετοιμάζοντας τη «νέα λαϊκή αντίσταση», εμπνέοντας στα μέλη και τους οπαδούς τους, ή προσπαθώντας, εν πάση περιπτώσει, το ιδεώδες της καθυπόταξης του προσωπικού στο συλλογικό, ενοχοποιώντας τους για τις επιθυμίες τους, οδηγώντας τους σε παράδοξες μεταθέσεις και προβολές. Ολόκληρη η παρέα την οποία ζωντανεύει η Αναστασέα κινείται σε τροχιά γύρω από το ολόλαμπρο άστρο ενός ωραίου και χαρισματικού ζωγράφου, του Αλέξη Ραζή, που θα γλιστρήσει στη μελαγχολία και το μηδέν, αφού καταστρέψει πρώτα τα έργα του. Πλάι του, η πολύ νεότερή του Νίνα, δέσμια της αίγλης του, θυσιάζει κι αυτή τη ζωή της στο ανέφικτο. Πιάνοντας το κουβάρι από παλιότερα, από τον πατέρα και το Δάσκαλο του Ραζή, που υπήρξαν κομμουνιστές και δηλωσίες, η Αναστασέα προσπαθεί να ερμηνεύσει τις συνάψεις, προσωπικές, κοινωνικές, ιστορικές που οδήγησαν στην επαναστατική φρενίτιδα της εποχής και στην ερημιά που τη διαδέχτηκε, στο νέο κομφορμισμό της δεκαετίας του ’80.

Η «εποχή του κενού»
Προσπαθεί να εξηγήσει αυτή την «εποχή του κενού» που επακολούθησε, μέσα από τα όρια των ιδεών και των προσώπων, το μέγεθος των ψευδαισθήσεων, την ουτοπία της αναμόρφωσης του ανθρώπου μέσα από τη συντριβή του. Υποταγμένα στην ύψιστη ιδέα, στη θρησκεία μιας διαρκούς επανάστασης, τα πρόσωπα αδυνατούν τελικά να ζήσουν. Και η Αναστασέα αυτό το αβίωτο του βίου το περιγράφει πολύ πειστικά.Το μυθιστόρημα όμως έχει προβλήματα που αρχίζουν ήδη σε επίπεδο προθέσεων. Διότι το βαρίδι που δεν αφήνει το κείμενο να απογειωθεί δεν είναι παρά η ίδια η υπέρμετρη φιλοδοξία του, να συναιρέσει το «Εργο» του Ζολά με τους «Μανδαρίνους» της Μποβουάρ, ένα «πορτρέτο του καλλιτέχνη» με την τοιχογραφία μιας εποχής. Η Αναστασέα θέλησε στο κείμενό της να τα πει όλα, ταυτοχρόνως: να βρει την ουσία του ιδανικού, την πολιτική και μεταφυσική ψίχα της στράτευσης, να ξεφλουδίσει το πολιτικό ώς τα σκοτάδια της ψυχής, να σχολιάσει τη δημιουργία που αναπαριστά ρουφώντας το αίμα του καλλιτέχνη. Ετσι, το βιβλίο αργεί να πάρει μπρος, κολλάει στις σχοινοτενείς αναλύσεις, ο Ραζής μένει μετέωρος ως χαρακτήρας και η θέση του ως αρχηγού μιας άτυπης θρησκείας που επιβεβαιώνεται και καλλιτεχνικά δεν πείθει. Κι ενώ κάποιοι χαρακτήρες, ειδικά γυναικείοι, είναι πολύ καλοί και κάποια επεισόδια εξαιρετικά ενδιαφέροντα, ενώ η σύλληψη είναι θαυμάσια, οι ασυνέχειες της αφήγησης αναδεικνύουν εντέλει τις ασυνέχειες μιας οπτικής που εγκλωβίζεται στην αφέλεια μιας νέας μυθολόγησης.

Saturday, August 4, 2007

Τα Χερουβείμ της Μοκέτας-Ακατάλληλο προς ανάγνωση

Την Ελένη Γιαννακάκη τη γνώρισα απο το πρώτο της βιβλίο «Περι Ορέξεως και Αλλων Δεινών», το οποίο δεν μπόρεσα να ολοκληρώσω γιατί το βρήκα βαρύ, στυφό και αλλοπρόσαλλο.

Το νέο της μυθιστόρημα «Τα Χερουβείμ της Μοκέτας» κινείται στο ίδιο ύφος, που το βρίσκω στημένο, εγκεφαλικό και ακατάλληλο προς ανάγνωση. Δεν με πείθουν ούτε οι κριτικοί ούτε οι ύμνοι τους για ένα μυθιστόρημα που υποστηρίζει την παραληρηματική ψυχοπάθεια μιας γυναίκας. Λυπάμαι, αλλά δεν θα ακολουθήσω την πεπατημένη της κριτικής, καθώς δικαιούμαι να απορρίπτω την απόλυτη νεύρωση σε πρώτο ενικό!

Τα Χερουβείμ της Μοκέτας

Απο το μπλόγκ της Αναγνώστριας


Η τεχνική του εσωτερικού μονολόγου μου είναι ιδιαίτερα προσφιλής ως λογοτεχνικός τρόπος γραφής। Ο συγγραφέας, ο παντογνώστης αφηγητής, δεν αφηγείται απλώς σε τρίτο πρόσωπο। Εισχωρεί ο ίδιος στη σκέψη και στη ψυχή του ήρωα ή της ηρωίδας του. Γράφει μεν σε τρίτο πρόσωπο, αλλά αποδίδει τη σκέψη και τα συναισθήματα σαν να είναι εκείνοι, οι ήρωές του που σκέφτονται. Η τεχνική αυτή, πιστεύω, είναι και ένας από τους λόγους που μου άρεσε τόσο το βιβλίο της Ελένης Γιαννακάκη (Εστία, 2006). Ολόκληρο το βιβλίο είναι ένας μονόλογος της Μαρίας, μιας 37χρονης που ξυπνάει, ως τα μεσάνυχτα σχεδόν που κάνει το μπάνιο της πριν πάει για ύπνο, θυμίζοντάς μας έτσι άλλα έργα ανάλογης χρονικής διάρκειας ("24 ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας" του Τσβάιχ, τον "Οδυσσέα" του Τζόυς κ.λπ.). Κι όμως, τα κοινά και σε άλλα έργα στοιχεία τεχνικής, ο εσωτερικός μονόλογος και η χρονική διάρκεια, αλλά ακόμα και το πολύ κοινό θέμα, η ζωή μιας νοικοκυράς, δεν καθιστούν καθόλου κοινό το βιβλίο της Γιαννακάκη. Είχα διαβάσει και το προηγούμενό της, "Περί ορέξεως και άλλων δεινών", αλλά "Τα χερουβείμ" είναι πολύ καλύτερο.


Μέσα από το μονόλογο της Μαρίας, μέσα από τις σκέψεις που ρέουν συνειρμικά, χωρίς χρονολογική σειρά, ενώ καθαρίζει, βάζει πλυντήριο, μαγειρεύει (σ' αυτό το τελευταίο είν' αλήθεια δεν δίνει και πολλή σημασία), περνάει παρελθόν και παρόν, η ζωή της, οικογενειακές σχέσεις, φιλίες, έρωτες...Μα και πάλι, ούτε αυτό θα ήταν αρκετό για να μας δημιουργήσει το ενδιαφέρον που μας προκαλεί, ώστε να μην αφήνουμε το βιβλίο πριν φτάσουμε στην τελευταία σελίδα. "Τα χερουβείμ" είναι συνάμα κι ένα ψυχολογικό θρίλλερ. Από την αρχή φαίνεται πως αυτή η συγκεκριμένη μέρα έχει κάτι το ξεχωριστό για την ηρωίδα, κάτι που αποκαλύπτεται αργά και έντεχνα από τη συγγραφέα. Μοιάζει σαν η Γιαννακάκη να κρατάει στα χέρια ένα δόλωμα κι εκεί που πλησιάζουμε να το αρπάξουμε, τραβάει το σπάγγο και το απομακρύνει κι εμείς, ανυπόμονοι να το γευτούμε, την ακολουθούμε ως το τέλος.
Η Μαρία είχε σπουδάσει αρχιτέκτονας, εργάστηκε πολύ λίγο ως σχεδιάστρια, παντρεύτηκε τον εργοδότη της αποσπώντας τον δόλια από τη γυναίκα του, σταμάτησε να δουλεύει, απόκτησε τρία παιδιά και αφοσιώθηκε στο σπίτι και στην οικογένεια। Αφοσιώθηκε, είναι τρόπος του λέγειν. Δεν έπαψε να έχει εραστές και η ανάμνηση του τελευταίου, που υπήρξε ο φιλόλογος και φροντιστής της κόρης της, στοιχειώνει τη σκέψη της αυτή τη μέρα, που ακριβώς ένα χρόνο πριν, εκείνος πέθανε.


Πολλοί είναι οι συμβολισμοί και οι προεκτάσεις που θα μπορούσαν να δοθούν στο μυθιστόρημα. Από τον τίτλο (όπου χερουβείμ είναι τα αγγελάκια-διακοσμητικά σχέδια της μοκέτας πάνω στην οποία η Μαρία έκανε έρωτα) ως την ψυχαναγκαστική μανία της με την καθαριότητα ("το 'φαγε το σπίτι με τα νύχια της", όπως της έλεγε ο άντρας της). Από τη σκέψη μου δεν φεύγει ένας λανθάνων συσχετισμός με τον "Αγάμέμνονα": μάνα και κόρη-λουτρό-φόνος.
Απ' τις μικρές αδυναμίες του βιβλίου θα έλεγα ότι είναι οι συχνές επισκέψεις της ηρωίδας στο μπάνιο και η περιγραφή της συχνουρίας της, καθώς και σε κάποια σημεία η εξονυχιστική περιγραφή του καθαρίσματος κάθε ρωγμής που κάποτε καταντά κουραστική।

Sunday, July 29, 2007

Το Μανιφέστο της Ηττας

Το Μανιφέστο της Ηττας

Της Αντζελας Δημητρακάκη

Εκδόσεις Εστία।
Έναν από τους τελευταίους Φλεβάρηδες της δεκαετίας του '90 μια παρέα νεαρών Ευρωπαίων -φοιτητές καλών τεχνών στην πλειονότητα τους- φιλοξενείται στο εξοχικό ενός διάσημου καλλιτέχνη στο Αιγαίο। Παρά το αποκριάτικο πνεύμα, το σεξ και τους περιπάτους στην ανεμοδαρμένη κοιλάδα, οι συνέπειες θα είναι μοιραίες। Από τους έντεκα καλεσμένους θα επιζήσουν μόνο δύο। Χρόνια αργότερα η μία από τους επιζώντες, η τριαντάχρονη πια Μαρίλη, αποφασίζει να μιλήσει για το αίνιγμα των εννέα θανάτων, ακολουθώντας την προτροπή της ψυχιάτρου της στο Λονδίνο। Η Μαρίλη σκιαγραφεί τον παραισθητικό κόσμο των νεκρών της φίλων μέσα από τα ταξίδια τους στην μυστηριώδη "Περιφέρεια", την ανάγκη τους να συνδεθούν με το παρελθόν της ευρωπαϊκής ηπείρου αλλά και την επιθυμία τους να συνδεθούν με μια τρομακτική αλληγορία। Στο πλαίσιο αυτής της αλληγορίας, ο θάνατος τους αναδεικνύεται σε μανιφέστο μιας ήττας, η οποία συνδέει τη γενιά της Μαρίλης με εκείνη των γονιών της, καθώς και με τη γηραιά θεία της Μπέρτα που κάποτε απέδρασε απ' το εβραϊκό γκέτο της Βαρσοβίας। Τι απέγινε ωστόσο η δεύτερη επιζήσασα, η αδυσώπητη Κατερίνα, και ποιος ευθύνεται για την πεποίθηση των ηρώων ότι οι αισθήσεις τους υπερβαίνουν τους φραγμούς της φύσης και της Ιστορίας; Αντλώντας στοιχεία από τον "Μάγο" του Τζων Φώουλς (1965, ελληνική μετάφραση Φαίδωνος Ταμβακάκη, Εστία 1997} και εμπνευσμένο από την σχέση φαντασίας, λόγου και περιπέτειας που χαρακτηρίζει "Το πράσινο σύννεφο: Μια ιστορία για παιδιά από εφτά μέχρι εβδομηνταεφτά χρονών" του Α.Σ. Νηλ (1938, ελληνική μετάφραση Τζένης Μαστοράκη, Μπουκουμάνης 1976), "Το μανιφέστο της ήττας" σκηνοθετεί ένα κωμικοτραγικό, ασεβές και συχνά μεταφυσικό μυθιστόρημα με θέμα την προσωπική και κοινωνική σχιζοφρένεια, την σχέση ιστορικού γίγνεσθαι και μαζικής κουλτούρας, την υστερική φιλοδοξία της σύγχρονης τέχνης και -κυρίως- τις πολλαπλές επιστροφές του φασισμού στην αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα.Η Άντζελα Δημητρακάκη γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1968 στη Μυτιλήνη. Σπούδασε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στα Πανεπιστήμια του Essex και του Reading στη Μ. Βρετανία. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα Ανταρκτική (Οξύ 1997, αναθεωρημένη έκδοση 2006) και Αντιθάλασσα (Οξύ 2002), τη συλλογή διηγημάτων Το Άνοιγμα της Μύτης (Οξύ 1999) και τη νουβέλα «Τέσσερις μαρτυρίες για την εκταφή του ποταμού Ερρινυού» στην ανθολογία Athenes, le sable et la poussiere (Autrement και Ωμέγα 2004). Ζει στη Μ. Βρετανία, όπου διδάσκει θεωρία της σύγχρονης τέχνης.Βιβλιοκριτική του Μανώλη Πιμπλή – ‘Βιβλιοδρόμιο’ ΤΑ ΝΕΑ 2/12/2006"«Ζούσα την πολιτικοποίησή μου ως συνειδητή παραίτηση», λέει η ηρωίδα της Άντζελας Δημητρακάκη. Το καινούργιο βιβλίο της, ένα ογκώδες μυθιστόρημα σχεδόν 600 σελίδων με τον φιλόδοξο τίτλο Το μανιφέστο της ήττας, περιγράφει ακριβώς αυτό: τη δεκαετία του 1990, λίγο πριν από τη στροφή της χιλιετίας, ελάχιστα μετά την πτώση του Τείχους. Περιγράφει μια στάση ζωής της νεολαίας ανάμεσα στην παραίτηση, την ομφαλοσκόπηση, τη διαρκή αναζήτηση του τίποτα, την ημιμάθεια, τη σύγχυση, τον πλήρη εκτροχιασμό. Περιγράφει μια ελευθεριότητα στα όρια της τραγικότητας, αφού το σεξ και βέβαια τα ναρκωτικά δεν βιώνονται ως ελευθερία αλλά ως αυτοαναφορικότητα, ένα πάθος για το «εγώ» που γίνεται όλο και πιο διαυγές όσο περνάει από το «εμείς». Η νοσταλγία για τη συλλογικότητα βρίσκει νέες μορφές ατομικισμού για να εκφραστεί. Το άτομο γίνεται παρέα αλλά η ομάδα γίνεται μονάδα. Με συνισταμένη ένα νεφέλωμα που θέλει να διευρύνει τη συνείδηση αλλά εντέλει την καταργεί. Η Όλγα, ένα πρόσωπο-κλειδί του μυθιστορήματος, το λέει με μια ενδιαφέρουσα μεταφορά: «Τρέχαμε από κεκτημένη ταχύτητα προς όλες τις δυνατές κατευθύνσεις σαν κοτόπουλα που τα είχαν μόλις αποκεφαλίσει - σαν έναν κόκορα συγκεκριμένα, του οποίου ο εγκέφαλος είχε τυχαία πέσει μέσα στην τρύπα του λαιμού του μετά την καρατόμηση, κρατημένος από κάτι νεύρα τόσο λεπτά που ήταν αόρατα. Το αποτέλεσμα του μακάβριου ατυχήματος ήταν πως ο πετεινός είχε παραμείνει στη ζωή ακέφαλος για αρκετές εβδομάδες, κι είχε μάλιστα αποκτήσει κάποια φήμη. Τον πήγανε κατευθείαν στο τσίρκο». Το μυθιστόρημα είναι αρκετά περίπλοκο. Γνήσιο τέκνο του μεταμοντερνισμού, επιχειρεί - ως έναν βαθμό τουλάχιστον - να ταυτίσει μέσα και σκοπούς, να γίνει ένα είδος περφόρμανς. Και είναι ενδεχομένως σωστό ότι για να περιγράψεις τη σύγχυση του τέλους του αιώνα πρέπει ίσως να το κάνεις με τα μέσα του, έστω και αν αυτό απαιτεί στοιχειώδη εξοικείωση για τον αποδέκτη - αν δεν το κατανοεί, τόσο το χειρότερο γι' αυτόν. Η αφήγηση γίνεται από μία κοπέλα που αναρρώνει ψυχικά έπειτα από ένα δυνατό τραυματικό σοκ. Είναι εκείνη που επέζησε σε μια παρέα δέκα νέων - οι εννέα πέθαναν από εγκεφαλική αιμορραγία, κάτω από σχετικά μυστηριώδεις συνθήκες. Πρόκειται για νέους διαφόρων εθνικοτήτων, όλοι φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών, σε προγράμματα ανταλλαγών φοιτητών, οι οποίοι αποφασίζουν να πάνε σε ένα νησί μέσα στο καταχείμωνο, κοντά στις απόκριες. Το νησί αυτό δεν κατονομάζεται, από τις περιγραφές όμως (είχε κάποτε εβραϊκή κοινότητα, έχει Club Med, είναι απέναντι από άλλο διάσημο νησί) καταλαβαίνουμε ότι είναι η Κως. Μένουν στο εξοχικό του πατέρα ενός από την παρέα, ενός διάσημου Έλληνα καλλιτέχνη με φήμη πολυτάραχου επαναστατικοκαλλιτεχνικού παρελθόντος. Το εξοχικό είναι στο πουθενά και οι νέοι ζουν σε κοινοβιακές συνθήκες. Μία κοπέλα, η Κατερίνα, και ο Αλέξης, γιος του ιδιοκτήτη, αποφασίζουν να παίξουν ένα παιχνίδι. Με το πρόσχημα ενός πάρτι-έκπληξης για τα γενέθλια ενός μέλους της παρέας, κλειδώνουν τους υπόλοιπους σε ένα κελάρι. Η Κατερίνα, που είναι η πραγματική κυρίαρχη του παιχνιδιού (ο Αλέξης θα μπει εντέλει στο κελάρι-φυλακή) αποκαλύπτει ότι οι φυλακισμένοι είναι τα πειραματόζωά της: «Είστε οι εργασία μου» τους λέει και τους βιντεοσκοπεί συνεχώς, προκειμένου να μελετήσει τις αντιδράσεις τους. Όχι απλώς τις αντιδράσεις τους κάτω από όρους αιχμαλωσίας, αλλά και τις αντιδράσεις τους υπό την επήρεια ουσιών. Οι έγκλειστοι, χωρίς να έχουν καταλάβει από την αρχή τη σοβαρότητα της κατάστασης, συναινούν στην κατανάλωση κρυστάλλων MDMA (είδος ecstasy), αργότερα παίρνουν υπνωτικά στη σούπα κ.ο.κ. Το παιχνίδι έχει άσχημη κατάληξη. Και αν ήθελαν να διευρύνουν τη συνείδησή τους μένουν τελικά στην ευδαίμονα, αυτοκαταστροφική αυταπάτη τους. Γιατί η «περιφέρεια», όπως την αποκαλούν, που ήθελαν να βιώσουν, ήταν το αντίθετο του ορίζοντα που έβλεπε λ.χ. ο Κολόμβος. Εκείνος έψαχνε τα εκτός ορίων, εκείνοι ζούσαν στα όρια κοιτώντας προς το κέντρο. Η αφηγήτρια, που επέζησε από τη συμφορά, προσπαθεί να αναρρώσει με επισκέψεις σε ψυχολόγο αλλά και καταγράφοντας στο χαρτί τα καθέκαστα, όπως τα νιώθει. Και μάλιστα με σκοπό τα γραπτά να γίνουν βιβλίο και να εκδοθούν. Ο αναγνώστης του βιβλίου της Άντζελας Δημητρακάκη παρακολουθεί λοιπόν μια αφήγηση εσκεμμένα μπερδεμένη, που συχνά ανακατεύει την πραγματικότητα με την παραίσθηση και πρέπει να επιστρέφει πίσω για να ξεδιαλύνει τα γεγονότα - χωρίς να σημαίνει ότι θα τα ξεδιαλύνει πλήρως. Η 37χρονη Δημητρακάκη, που ζει πολλά χρόνια στη Βρετανία διδάσκοντας σύγχρονη τέχνη (ήταν στο Winchester School of Art και τώρα μετακομίζει στο Εδιμβούργο), κάνει εδώ ένα σχόλιο για το αντικείμενο της διδασκαλίας της, ειδικά για τη βίντεο αρτ, αμφισβητώντας τις δυνατότητές της να εκφράσει την τερατώδη πραγματικότητα που μας περιτριγυρίζει. Μια πραγματικότητα που η ίδια τη θεωρεί φασιστική, ενός φασισμού που δεν έχει πια το πρόσωπο που γνωρίσαμε στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, έχει όμως τη μορφή μιας καθημερινής πρακτικής που εδραιώνεται με γοργά βήματα. Και την οποία οι άνθρωποι μυστηριωδώς ακολουθούν χωρίς αντίδραση: «Δεν πιάσαμε πολλά αλλά ακολουθήσαμε παρ' όλα αυτά. Όπως ο στρατός που τύφλωσε ο μεγαλόκαρδος Βουλγαροκτόνος κι έβαλε να τον καθοδηγεί ένας μονόφθαλμος. Και πού πήγαινε ο στρατός; Για όσους δεν γνωρίζουν από βυζαντινή ιστορία (κι εμείς δεν γνωρίζαμε), πήγαινε ν' ανακοινώσει την ήττα του»."

Saturday, July 21, 2007

Ταξίδι στην κλασική γραφή

Συνεχίζοντας την αναφορά στα βιβλία της μακριάς λίστας μας, σήμερα θα αναπτύξουμε το «Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα» του Βλάσση Τρεχλή επιλέγοντας ένα πρόσφατο λιτό κείμενο που έγραψε ο πολυαγαπητός Βιβλιοφάγος πριν τον καλοκαιρινό αποχαιρετισμό του στα βιβλία! Ενας ένας εγκαταλείπουν τον αγώνα, βυθιζόμενοι στη ραστώνη της καλοκαιρινής ευφορίας οι βιβλιόφιλοι μπλόγκερς। Εμείς θα μείνουμε πιστοί στο ρανετβού μας για την ανάλυση όλων των βιβλίων που θέσαμε σε ψηφοφορία.

Το εν λόγω βιβλίο δεν υπήρξε στις λίστες των ευπώλητων, αλλά σίγουρα δεν διέφυγε της προσοχής των κριτικών που έδωσαν πολλές και καλές αναφορές। Ιδιαίτερα οι μπλόγκερς , ασχολήθηκαν πολύ με το «Ταξίδι στη Λευκή θάλασσα» υπερβάλλοντας μερικώς όσον αφορά στις αρετές του.

Προσωπικά ξεχωρίζω την πολυτονική γραφή, που δεν μου προκαλεί καχυποψία και δυσαρέσκεια αλλά ευχάριστη έκπληξη, διότι ένας Ελληνες συγγραφέας, ο Τρεχλής, με τη στήριξη του εκδοτικού οίκου του γράφει στη γλώσσα που έμαθε κατα τα μαθητικά του χρόνια। Είναι καλό και παρήγορο να αντιστέκεται ο συγγραφέας με τη δική του γραφή σε καιρούς ου μενετούς για την ελληνική γλώσσα.

Προσωπικά δεν με έπεισε ο μύθος του βιβλίου και βρήκα πως υπήρξαν πλατειάσεις σε πολλές περιγραφές। Συνολικά ήταν ένα καλογραμμένο κι ευαίσθητο κείμενο με κρυφή εσωτερικότητα αλλά χωρίς ιδιαίτερες στιγμές έξαρσης. Καλή λογοτεχνία με αιχμή του δόρατος τη λογολαγνία!

Το Κατοικίδιο


«Ταξίδι στη λευκή θάλασσα»
Του Βλάσση Τρεχλή
(Απο το μπλόγκ του Βιβλιοφάγου)

Υπάρχουν μερικά βιβλία που περνούν πολλές φορές απαρατήρητα, χωμένα σε κάποιο ψηλό ράφι που σπάνια ο αναγνώστης θα τα ανακαλύψει, σπάνια ο βιβλιοπώλης θα τα προτείνει, ακόμη πιο σπάνια θα διαβάσει κανείς γι’ αυτά στα έντυπα. Μερικά έχουν την τύχη να πέσουν στα χέρια μας και να τα απολαύσουμε και να βρεθούμε στην ευχάριστη θέση να τα συστήσουμε. Βαθύτατα υποκειμενικός, κι αυτό διότι μ’ αρέσουν αυτού του είδους τα βιβλία (και όχι μόνο βέβαια αυτού του είδους), αναφέρομαι στο βιβλίο του Βλάσση Τρεχλή «Ταξίδι στη λευκή θάλασσα» από τις εκδόσεις Αρμός. Εκ πρώτης όψεως νομίζεις ότι έχει να κάνει με θαλασσινή περιπέτεια ή με ιστορικό μυθιστόρημα, γρήγορα όμως ανακαλύπτεις ότι η υπόθεση ξεφεύγει από αυτά τα στενά πλαίσια και ανοίγεται σε μεγαλύτερα ταξίδια της ψυχής του ανθρώπου και της αυτογνωσίας. Ο Τρεχλής, μέσω του ήρωά του, του καπετάνιου Ώρου, ο οποίος έχει στα χέρια του έναν χάρτη χιλίων ετών, ψάχνει το απάνεμο λιμάνι και ψάχνοντάς το μας μεταφέρει σε ταξίδια όπου το παραμύθι παίζει με το αλληγορικό στοιχείο και η περιπέτεια με πανάρχαια υπαρξιακά ερωτήματα. Γραμμένο στρωτά και γλαφυρά ακολουθεί τον παραδοσιακό τρόπο αφήγησης που μπορεί σε ορισμένες στιγμές να βαραίνει από αναφορές αλλά σίγουρα τις περισσότερες σε ταξιδεύει μαζί του. Μια απορία: Με τι σκεπτικό άραγε διάλεξε το πολυτονικό ο συγγραφέας; Δεν πιστεύω ότι αυτό δίνει μεγαλύτερη πειστικότητα στη γραφή και στην ιστορία του. Τώρα πλέον αυτό δείχνει μάλλον εκκεντρικότητα. Σε κάθε περίπτωση πάντως ένα θαυμάσιο βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.

Παραθέτω το κείμενο από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

«Φανταζόταν την πόλη του Ώρου να είναι χτισμένη σε μια γλυκιά πλαγιά, με όμορφα χρωματισμένα σπίτια, αγκαλιασμένα με γιασεμιά, με πέτρινα καλντερίμια και βρύσες στολισμένες με φιλόξενους στίχους για να ξεδιψούν το νου του ταξιδευτή। Με το καρνάγιο σε μιαν άκρη της παραλίας γεμάτο κόσμο. Και τα χέρια των τεχνιτών να δουλεύουν κάτω από τα μάτια των νοικοκυραίων και να μοσχομυρίζουν από το άρωμα του φρεσκοκομμένου πεύκου και του κυπαρισσιού. Έβλεπε ακόμα μπροστά του την αγορά, με τους ανθρώπους ν' ανταλλάσσουν τις απόψεις τους τις ώρες της σχόλης…»

Saturday, July 14, 2007

Σουέλ, Ενα Διφορούμενο Κύμα

Το Σουέλ της Ιωάννας Καρυστιάνη κατόρθωσε να γίνει ευπώλητο πατώντας στις προηγούμενες επιτυχίες της συγγραφέα του. Βεβαίως, έδρεψε τις περισσότερες κριτικές στον βιβλιοφιλικό και άλλο τύπο χαράσσοντας την πορεία του και ολοκληρώνοντας τον κύκλο του σε λιγότερο απο 6 μήνες.

Η Ιωάννα Καρυστιάνη έχει οπαδούς αλλά και πολέμιους. Η περισπούδαστη νεομπαρόκ γραφή της αρέσει σε μια μερίδα αναγνωστών. Η έλλειψη μιας πραγματικής πλοκής στις ιστορίες της αδυνατίζει το έργο της και το καθιστά έωλο.

Η συγγραφέας του Σουέλ μοιάζει να δίνει πάντα περισσότερη αξία στη λεπτομέρεια παρα στον τελικό πίνακα. Ισως κι αυτό να είναι ένα στύλ.

Πάντως, οι αναγνώστες μας την κατέταξαν στην 9η θέση στη μεγάλη ψηφοφορία μας.

Το Κατοικίδιο

Σουέλ της Ιωάννας Καρυστιάνη

Κριτική απο την Αναγνώστρια

Αν και ο παράξενος, ακατανόητος (πριν διαβάσω το βιβλίο) τίτλος δεν με ενέπνεε καθόλου, το όνομα της συγγραφέως ήταν αρκετό για να αγοράσω το βιβλίο। Έχοντας διαβάσει και τα τρία προηγούμενα μυθιστορήματά της ήμουν σίγουρη ότι δεν θα με απογοήτευε। Και δεν με απογοήτευσε. Βέβαια, ψηλά στην προτίμησή μου εξακολουθεί να παραμένει το "Κουστούμι στο χώμα", αλλά και το "Σουέλ" έχει πολλές λογοτεχνικές αρετές. Έχω διαβάσει δυο κριτικές ήδη, μια στα "Νέα" (27/10/2006), που δεν του βρίσκει κανένα ψεγάδι (εκτός ίσως τη θέση των γυναικών στο έργο) και στην "Καθημερινή" (21/11/2006), που του βρίσκει πολλά τρωτά. Η δική μου άποψη είναι κάπου ανάμεσα. Το "Σουέλ" (που σημαίνει βουβό κύμα) είναι ένα αφιέρωμα, θα έλεγα, στους Έλληνες ναυτικούς, στον αγώνα με τη θάλασσα, στην αγάπη της θάλασσας, στοιχείο σύμφυτο με τον Ελληνισμό. Για μήνες ταξιδεύουμε στο φορτηγό ATHOSIII με καπετάνιο τον Μήτσο Αυγουστή, έναν 75χρονο θαλασσόλυκο, που έχει 12 χρόνια να πατήσει στεριά. Από λιμάνι σε λιμάνι της Άπω Ανατολής κυρίως, φορτώνουμε και ξεφορτώνουμε εμπορεύματα, ακούμε τις κουβέντες των ναυτικών, ζούμε με τον γέρο καπετάνιο, την αχώριστη γάτα του και τον πιστό, αφοσιωμένο μάγειρα, ένα γεροντοπαλίκαρο που μαγειρεύει λες για πρώτης τάξεως εστιατόριο. Η εταιρεία ζητάει επίμονα από τον Αυγουστή να γυρίσει, να αφυπηρετήσει επιτέλους, το ίδιο ζητάει και η γυναίκα του (με την οποία είχε φτάσει στα πρόθυρα διαζυγίου και παρά τα τρία παιδιά τους δεν τους ενώνει τίποτα) που καταφθάνει μια μέρα ξαφνικά στην Ιαπωνία για να τον μεταπείσει. Μάταια όμως. Το μόνο που ανακαλύπτει η Φλώρα είναι ότι ο καπετάνιος είναι πια τυφλός. Κανένας δεν το έχει πάρει είδηση. Δεν ξέρω πόσο πειστικό ακούγεται, αφού συνεχίζει για μήνες να κυβερνάει το καράβι, καταφέρνει ακόμα και να το οδηγήσει με την όπισθεν, όταν η προπέλα παθαίνει βλάβη! Ας μην αποκαλύψω και το άλλο μυστικό που κρύβει η επιβίβαση στο πλοίο ενός νέου ναυτικού και που θα συμβάλει στην απόφαση του καπετάνιου να "αποστρατευτεί" επιτέλους. Η ζωή των ναυτικών απασχόλησε την Καρυστιάνη και στην "Μικρά Αγγλία", αλλά εκεί υπήρχε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό και η στεριά. Εδώ η στεριά είναι μόνο στις αναμνήσεις και στις κουβέντες των ναυτικών. Είναι σελίδες που μοιάζουν με "προσκλητήριο" ναυτικών (π.χ. σ.141) και καταγραφή της πορείας της ζωής ή του θανάτου τους. Άλλες σελίδες (238-39) μας αραδιάζουν λιμάνια και εμπορεύματα, ενώ ο εξωσυζυγικός δεσμός του με μια κοπέλα από την Ελευσίνα που κρατάει εδώ και σαράντα χρόνια, διανθίζουν το βιβλίο με λυρικά κομμάτια- επιστολές που απευθύνονται στο γιο του (στο βιβλίο με κυρτά γράμματα και πρωτοπρόσωπη γραφή), πράγμα που ο αναγνώστης δεν καταλαβαίνει αμέσως. Είναι η εξιστόρηση ενός έρωτα, είναι η έκφραση των συναισθημάτων της γυναίκας που αγαπά και περιμένει, στο περιθώριο της επίσημης συζυγικής και οικογενειακής ζωής. Κάπως απίθανο, βέβαια, μια αμόρφωτη κοπέλα να εκφράζεται όπως την παρουσιάζει η Καρυστιάνη, αλλά "λογοτεχνική αδεία" ας το δεχτούμε. Η ένστασή μου είναι κυρίως για το τέλος του μυθιστορήματος, που καταντάει μελό. Θα προτιμούσα να αφήσει τον γέρο καπετάνιο, που τόσο ωραία ζωγράφισε, αν όχι στο καράβι του, τουλάχιστον στο αεροπλάνο που τον γύριζε στην πατρίδα. Από κει και πέρα το μυθιστόρημα νομίζω χάνει, στην προσπάθεια της συγγραφέως να δώσει ένα happy end.Το ύφος της Καρυστιάνη, γοητευτικό όπως πάντα, δεν σηκώνει επιπόλαιο διάβασμα, απαιτεί την προσοχή του αναγνώστη. Η αοριστία του προσώπου που μιλά διαπλέκεται με εσωτερικό μονόλογο, με διάλογο, με ανάμνηση, το πρώτο με το τρίτο πρόσωπο. Ένα δείγμα:"Στην τραπεζαρία των αξιωματικών δεν άγγιξε το πιάτο του και ο Σιακαντάρης που παραφύλαγε τα βλέμματα και τα επιφωνήματα επιδοκιμασίας των αντρών για το χταπόδι με το κοφτό μακαρονάκι, κάθισε κοντά του, βαρέθηκε την ερμητική σιωπή του, πέταξε κάτι για τη δική του μαμά, μ' αρέσει να κόβω το κρέας μερίδες, έλεγε η κυρά-Δέσποινα, θεός σχωρέσ' την και, το δεξί χεράκι του αρνιού έχει πιο νόστιμο ψαχνό, καμία αντίδραση από τον άλλο, πού να βρω τώρα φράουλες κι αυτά τα κοριτσίστικα φρούτα που σ΄αρέσουνε, απολογήθηκε, στείλε μου αργότερα κάτι, τον καταδέχτηκε επιτέλους ο Αυγουστής με τον καινούργιο, το τόνισε αυτό και σηκώθηκε".

Saturday, July 7, 2007

Αμίλητα Βαθειά Νερά

Της Ρέας Γαλανάκη

Tο χρονικό μιας διάσημης απαγωγής στην Κρήτη, που βαφτίστηκε απο την συγγραφέα του Ρέα Γαλανάκη «Αμίλητα Βαθειά Νερά» ήρθε έβδομο στις προτιμήσεις των αναγνωστών του μπλόγκ μας.
Το εν λόγω βιβλίο, το οποίο πυροδότησε μια ολόκληρη παραφιλολογία για το βάρος της αντικειμενικότητας και της αξιολόγησης των γεγονότων, σίγουρα αποτέλεσε επιτυχία του περασμένου καλοκαιριού.
Η συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη, η οποία έχει αποδείξει την λογοτεχνική της αξία σε προηγούμενα μυθιστορήματά της, απέτυχε να μυθοποιήσει την πραγματική ιστορία της απαγωγής μιας επώνυμης Κρητικιάς απο έναν επίσης επώνυμο Κρητικό της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Αν και η γραφή εκφράζει τον εσωτερικό ρυθμό της Ρέας Γαλανάκη, δυστυχώς η επιλογή της δημοσιογραφικής παράθεσης των πραγματικών στοιχείων στερεί απο το πόνημα τη μυθιστορηματική πλοκή και μαγεία.
Ενα βιβλίο-χρονικό που αποδεικνύει πως οι μεγάλοι συγγραφείς μπορεί να πέσουν εύκολα στην παγίδα της επίπεδης δημοσιογραφικής αντίληψης και αποτίμησης του υλικού τους, απογοητεύοντας εντέλει το αναγνωστικό κοινό τους.

Το Κατοικίδιο


Πάθος-πένθος
H υπόθεση της απαγωγής της Τασούλας, η λογοτεχνική της ανάπλαση και η ελευθερία του συγγραφέα

MAPH ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ
Σαν μια τελευταία πράξη στην παλαιά κρητική βεντέτα δείχνει η σχεδόν ταυτόχρονη έκδοση των δύο βιβλίων, σε απόσταση μόλις έξι μηνών το ένα από το άλλο: τη βεντέτα των Κεφαλογιανναίων και των Πετρακογιώργηδων ή και αντιστρόφως, των Πετρακογιώργηδων και των Κεφαλογιανναίων, για να θυμηθούμε, πέραν του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, και την ελληνική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «H νεράιδα και το παλικάρι», όπου μετά την ευτυχή έκβαση του ερωτικού δράματος οι δύο κρητικές οικογένειες μένουν να διαπληκτίζονται για τη σειρά μνημόνευσης των ονομάτων τους. Κωμικό το τέλος της ταινίας· ειρηνικό, αν και όχι αίσιο, αυτό της βεντέτας που ξεκίνησε με την απαγωγή της Τασούλας, την οποία, μετά πάροδο 55 συναπτών ετών, αποφάσισαν να αναστήσουν οι δύο συγγραφείς, χωρίς να συντρέχουν επετειακοί ή άλλοι λόγοι, μια και ο Ρωμαίος της ιστορίας απεβίωσε προ δεκαοκταετίας και η Τασούλα είναι γερή και δυνατή.
Ως γνωστόν, ο βορειοελλαδίτης δημοσιογράφος T. K. Κοντογιαννίδης θέλγεται από στυγερά εγκλήματα αλλά και «εκρηκτικά ρομάντζα» του παρελθόντος φτιάχνοντας βιβλία διά του συνδυασμού ντοκουμέντων και προσωπικής έρευνας. Ενας τύπος δημοσιογραφικού ρεπορτάζ, υποβοηθούμενου από ευφάνταστες διηγήσεις και στιχομυθίες. Μετά Το έγκλημα του Χαροκόπου ήρθε η σειρά της Απαγωγής της Τασούλας, όπου, σε πείσμα του πολλά υποσχόμενου υποτίτλου του βιβλίου, κανένα «εκρηκτικό ρομάντζο» ούτε καν ρομάντζο δεν ανασταίνεται παρά μόνο η ακούσια απαγωγή της Τασούλας από έναν θερμόαιμο ερωτευμένο, που πήρε τις διαστάσεις πολιτικού σκανδάλου και τοπικά εμφύλιας σύρραξης, γιατί έτυχε ο κύρης της να είναι βενιζελικός βουλευτής και ο αδελφός του απαγωγέα βουλευτής του αντίπαλου Λαϊκού Κόμματος. Πιστός ο συγγραφέας στις εξηγήσεις για τα καθέκαστα της παθούσης, όπως η ίδια τις είχε παρουσιάσει ακόμη πριν από ένα τέταρτο του αιώνα σε τηλεοπτική εκπομπή, καταλήγει αναφερόμενος στην Τασούλα και στον «ιππότη» της, που δεν είναι ο απαγωγέας αλλά ο δεύτερος σύζυγός της, παρ' όλο που αναδημοσιεύει μακρόστιχο ποίημα στο πρότυπο του Βιτσέντζου Κορνάρου για την Τασούλα και τον κρητικό αγαπητικό της, γέννημα της λαϊκής μούσας, το σωτήριον 1950.
Κρητικές ιστορίες

Από την πλευρά της η Ρέα Γαλανάκη, αναδυόμενη από τον Αιώνα των Λαβυρίνθων, παρέμεινε, ως φαίνεται, δέσμια της σαγήνης των κρητικών ιστοριών, των προσωπικών μιας Αριάδνης - ενός alter ego της Γαλανάκη στο προηγούμενο μυθιστόρημα - και των εθνικών, όπως τις έγραψε ο καπετάν Μανόλης Μπαντουβάς ή και Μπαντουβομανόλης μαζί με άλλους βενιζελικούς και βασιλόφρονες καπετάνιους. Μόνο η μορφή του καπετάν Γιάννη Ποδιά ξεθωριάζει στο καινούργιο βιβλίο ομού μετά των εμφυλιακών περιπετειών, αφού σε πρώτο πλάνο έρχονται ανδραγαθίες από τα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης, με ενωμένους τους καπετάνιους κάτω από τις βρετανικές φτερούγες. Σταυροβελονιά κεντιέται ο θρυλικός έρωτας του Κουντόκωστα, όπως ήταν το παρωνύμιο του Κώστα Κεφαλογιάννη, και της Τασούλας Πετρακογιώργη, που φούντωσε το 1950, με σύντομες και αποσπασματικές αναδρομές σε περιστατικά ηρωισμού της προηγηθείσης δεκαετίας, όπως η απαγωγή από το κατεχόμενο Ηράκλειο του γερμανού στρατηγού Κράιπε με πρωτοστατούντες τον Κουντόκωστα και τον πατέρα της Τασούλας, Γιώργο Πετρακογιώργη.
Σύμφωνα με τις προλογικές και επιλογικές εξηγήσεις η απαγωγή της Τασούλας συγκινούσε παιδιόθεν τη συγγραφέα, γι' αυτό και αποδελτίωσε τον Τύπο - τοπικό, αθηναϊκό, ξένο -, μελέτησε τα πρακτικά από τις δύο δίκες και τα λοιπά δημόσια έγγραφα, ακόμη συνομίλησε με πλείστους όσους εμμέσως ή και άμεσα εμπλεκομένους. Αν είχε αρκεστεί σε αυτή την προσωπική έρευνα, θα γνώριζε λιγότερα για την υπόθεση, «πλην εύχαρις» θα έπλεκε ένα μυθιστόρημα αφιερωμένο επετειακά στην απαγωγή της Αριάδνης, όπως η τριλογία της δεκαετίας 1989-1998, έστω και αν η ζώσα ηρωίδα απέβαινε κάπως δεσμευτική. H ιστορικός Γαλανάκη, όμως, ζητώντας να ερμηνεύσει τα σκοτεινά σημεία, πρωτίστως τις αντιφάσεις της δεκαοκτάχρονης απαχθείσας, και μη αρκούμενη στη γυναικεία της διαίσθηση για τα μεγάλα ψέματα που έλεγαν από φόβο κάποτε οι κόρες πατριαρχικών οικογενειών, θέλησε, δοθείσης της ευκαιρίας, να βάλει τον δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων. Από τη στιγμή που αποδέχθηκε το προσωπικό αρχείο του Κουντόκωστα από τον γιο του, ναι μεν φωτίστηκε ο ψυχισμός του ζευγαριού αλλά η μυθοπλαστική φαντασία έπρεπε να περιοριστεί. Το μόνο που μπορούσε να γραφτεί ήταν ένα «μυθιστορηματικό χρονικό», όπως η ίδια το χαρακτηρίζει, και το πρώτο της βιβλίο χωρίς αφιερωματικό μότο.
H ερωτική παράβαση
Στις «Ενθυμήσεις» που ο Κουντόκωστας, αγράμματος ων, υπαγόρευσε το 1959 στη γραμματέα φίλου του δικηγόρου και στις σαράντα μία συνολικά επιστολές που αντήλλαξαν με την Τασούλα την περίοδο της φυλάκισής του, ίσα μοιρασμένες αναμεταξύ τους, τουτέστιν στους άγνωστους θησαυρούς του αρχείου του Κώστα Κεφαλογιάννη, η Γαλανάκη ανακάλυψε το ποθούμενο ρομάντζο με το οποίο είχε γαλουχηθεί. Με την εκφραστική αβρότητα αλλά και το μπαρόκ ύφος των παλαιών χρονικογράφων, αποτεινόμενη και αδιαλείπτως επικαλούμενη τον αναγνώστη και ταυτόχρονα τιμώντας υπέρμετρα ζώντες και τεθνεώτες, απλώνει όσα γνωρίζει σε 12 χορταστικά κεφάλαια σκιαγραφώντας την καθημερινή ζωή σε εκείνα τα χρόνια και τις επικρατούσες νοοτροπίες. Μακράν ενός μυθιστορήματος-ρεπορτάζ, αμερικανικής κοπής, επιμένει στην ερωτική παράβαση και όχι στο πολιτικό σκάνδαλο. Φειδωλή η συγγραφέας στη δημοσίευση του αρχειακού υλικού, αναπαράγει λιγοστά μόνο αποσπάσματα από τις «Ενθυμήσεις» και τις επιστολές, ενώ κάπως περισσότερα χωρία ή και αποκομμένες φράσεις ενσωματώνονται στην αφήγηση. Οπως και άλλοι πεζογράφοι τελευταία, δείχνει ιδιαίτερη αδυναμία στις σωζόμενες «μαυρόασπρες» φωτογραφίες ως σημείο εκκίνησης μακρών φαντασιώσεων γύρω από τις διαθέσεις και τα αισθήματα των εικονιζομένων πρωταγωνιστών, δευτεραγωνιστών και κομπάρσων.
Παγανιστικό σκηνικό
Ως συνέχεια στο προηγούμενο μυθιστόρημά της και πάλι αποθεώνεται ο ορεσίβιος Κρητικός και εξαίρεται ο τόπος· το πάλαι ποτέ Μεγάλο Κάστρο, τα Ανώγεια, προπαντός το όρος Ψηλορείτης. Προσωποποιούμενο το βουνό φθάνει να ορίζει ως και την κίνηση του χρόνου, ενώ η ορεινή κοινότητα παίρνει βιβλικές διαστάσεις, έτσι όπως διαφεντεύει άγραφους κώδικες τιμής. H αφήγηση με την πλησμονή λέξεων, συμβολικών παραστάσεων και αρχέγονων στοιχείων στήνει ένα σχεδόν παγανιστικό σκηνικό, αντάξιο ενός ερωτικού πάθους, βραχύβιου μεν αλλά δυνατού, όπως δείχνει το δυσπροσδιόριστης διάρκειας πένθος που ακολούθησε. Σύμφωνα με το «μυθιστορηματικό χρονικό», παρ' όλο που έγινε εκατέρωθεν προσπάθεια για λόγους εγωισμού και άλλους να καλυφθεί η θλίψη, μισόν αιώνα αργότερα έρχονται τα παιχνίδια της μνήμης να μαρτυρήσουν για το μέγεθος αυτού του «πάθους-πένθους», όπως το αποκαλεί η συγγραφέας. Οταν στις 31 Μαΐου 2005, κατά την ανιστόρηση, η Τασούλα συναντήθηκε για μία και μοναδική φορά με τη Γαλανάκη, δεν θυμάται τα συμβάντα της ακούσιας, ως διατείνεται, απαγωγής ούτε καν τις ερωτικές επιστολές, μόνο περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια από τη λαιμόκοψη ως τη χρωματική απόχρωση το φουστάνι του κλεφτού γάμου της. Και έτσι στην - υποθέτουμε - τελευταία πράξη της παλαιάς κρητικής βεντέτας θα λέγαμε ίσως και λίγο ρομαντικά ότι τον καθοριστικό λόγο τον έχει η λογοτεχνική γραφίδα.