Thursday, July 10, 2008
Μπριγιόλ του Δημήτρη Χατζόπουλου
Ο Χατζόπουλος καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο σε όλη τη διαδρομή του έργου του με απλό και άμεσο λόγο χωρις φιοριτούρες και παραφορές. Ενα μυθιστόρημα που θίγει την πρώιμη ανάγνώριση της αγορίστικης ομοφιλοφυλίας .
Το Κατοικίδιο
Απο το μπλόγκ του Δημήτρη Αθηνάκη
Η εξέταση με μικροσκόπιο ενός εφήβου που βήμα-βήμα ανακαλύπτει τη σεξουαλική του ταυτότητα και βυθίζεται όλο και περισσότερο σ’ έναν έρωτα που προκύπτει μετά από αυτήν, είναι το κέντρο της ιστορίας του «Μπριγιόλ». Ο Δημήτρης Χατζόπουλος, με μια νοσταλγική όσο και ρομαντική διάθεση, διηγείται μια ιστορία γραμμική που η εξέλιξή της μοιάζει να εξυπηρετεί ένα και μόνο σκοπό: την ελευθερία απ’ οποιοδήποτε μονομανές πάθος.
Ο Δημήτρης, δευτερότοκος γιος μιας μικροαστικής οικογένειας της Πάτρας, με όλα τα μικροαστικά κατάλοιπα που μπορεί κανείς να έχει κατά νου, περνά μια ιδιάζουσα όσο και τραχεία εφηβεία, μ’ έναν πατέρα απόντα, μια μάνα καταπιεστική κι έναν αδερφό που όλοι ασχολούνται μ’ αυτόν. Γνωρίζει, όμως, τον Δημήτρη, ένα χρόνο μικρότερό του, στο σχολείο, και από κει ξεκινούν όλα. Ένας ματαιωμένος έρωτας μεταξύ των δύο αγοριών καθώς και μια ψυχική παράνοια βρίσκουν χώρο κι εγκαθίστανται στην ψυχή του πρώτου Δημήτρη και τον ακολουθούν μέχρι τη λήξη των σχολικών χρόνων καθώς και τα πανεπιστημιακά χρόνια στην Αθήνα. Μέχρι, εν τέλει, την αποκοπή από όλα όσα κατέτρυχαν τους χαρακτήρες, είτε μέσω της αναχώρησης (ο δεύτερος Δημήτρης περνά κάποιο χρόνο στο Άγιο Όρος) είτε μέσω της πλήρους παραίτησης και εκ αναγέννησης που τολμά ο πρώτος Δημήτρης.
Ο μόνος λόγος που μπορώ να φανταστώ ότι ο Χατζόπουλος χρησιμοποίησε δύο ίδια ονόματα για τους ήρωές του, είναι γιατί ήθελε, μ’ έναν προφανή συμβολισμό να καταδείξει το αντικαθρέφτισμα του ενός χαρακτήρα στον άλλο. Με λίγα λόγια, χρησιμοποίησε αυτό το τέχνασμα προκειμένου να μπορέσει μ’ αυτό να δηλώσει ότι αυτό που χαρακτηριζόταν ως έλλειψη στον έναν Δημήτρη, μπορούσε να βρει το συμπλήρωμά του στον άλλον. Σοφόν το σαφές.
Όσον αφορά τώρα την ίδια την ιστορία, η ένσταση που μπορεί να εγερθεί σχετίζεται με το χτίσιμο των χαρακτήρων. Μοιάζει ο συγγραφέας τού «Μπριγιόλ» με μια ευκολία και εξ απαλών ονύχων να περιγράφει όλα τα πρόσωπα με μια διάθεση παραίτησης, ομοιαζόντων εν πολλοίς αντιδράσεων και επίπεδων σκέψεων. Αυτό, κατά κανόνα, στη λογοτεχνία δεν αποτελεί καταρχήν πρόβλημα. Ωστόσο, πολλές φορές καταδεικνύει μια εμμονή σε κλισέ χαρακτήρες που δεν ξεπερνούν το κοινώς λεγόμενον ούτε, φυσικά, τον κοινό νου.
Κοντολογίς, ο Χατζόπουλος έχει αποφασίσει να αναπαραγάγει χωρίς έντονη προσωπική πινελιά τα πρότυπα που ισχύουν και που ο περισσότερος κόσμος έχει στο μυαλό του για τους ομοφυλόφιλους, άντρες ή γυναίκες, οδηγώντας τον αναγνώστη να σκεφτεί, με τον τρόπο που έχει επιλέξει να χτίσει το μυθιστόρημά του, ότι η ανακάλυψη της σεξουαλικής ταυτότητας του καθενός και της καθεμιάς μας, τείνει να γίνει εξ αιτίας και εξ ανάγκης αποκλειστικά του καταπιεστικού ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος. Κάτι που αποτελεί, μεταξύ άλλων, μονομέρεια. Εντούτοις, θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι μια οπτική που ο συγγραφέας επέλεξε να παρουσιάσει.
Ωστόσο, το «Μπριγιόλ» τολμά να μιλήσει για ένα θέμα με εξομολογητική διάθεση και με μια χροιά που αγγίζει τα όρια της προσωπικής μαρτυρίας. Είναι ένα κείμενο που δεν μπλοφάρει και στα σίγουρα δεν έχει γραφτεί για να πει μιαν ιστορία «απ’ έξω» ή «απ’ τα κάτω». Ο Χατζόπουλος, με λίγα λόγια, συνθέτει μιαν αφήγηση που δεν κρύβεται πίσω από κανένα δάχτυλο, που δε φοβάται καθόλου να θέσει επί τάπητος θέματα που αφορούν την ταυτότητα, τον έξω και το μέσα κόσμο που διατηρείται, κατά κανόνα, στο πλαίσιο του απόλυτου ρεαλισμού χωρίς ούτε μια στάλα πέρα απ’ την περιβάλλουσα πραγματικότητα. Κάτι που, φαινομενικά, δεν ήταν, επιπλέον, καν στις προθέσεις του συγγραφέα.
Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ότι παρά την ερωτική σχέση και σχέση πάθους μεταξύ των δύο ομόφυλων εφήβων, το «Μπριγιόλ» δεν επικεντρώνεται σ’ αυτό, παρότι φαντάζει να ήθελε να πετύχει το αντίθετο. Όπως προαναφέρθηκε, τολμά να μιλήσει, απ’ την άλλη όμως, δεν προχωρά εις βάθος στις όποιες «ιδιαιτερότητες» θα μπορούσε κανείς να βρει, κάνοντας, έτσι, το μυθιστόρημα μιαν ακόμη ερωτική ιστορία, φυσιολογική και καθημερινή. Αυτό αποτελεί αρετή για το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, μιας και τάσσει το πλαίσιο των αφηγηματικών του προθέσεων στην υπερπήδηση, την απονοηματοδότηση και τη διαγραφή εννοιών όπως «ιδιαίτερος», «ιδιαιτερότητα» κ.λπ., αποφεύγοντας, έτσι, το σκληροπυρηνικό ή συνδικαλιστικό μανιφεστάρισμα της μιας ή της άλλης πλευράς.
Όλα, όμως, εξαντλούνται εκεί. Δεν πρέπει ο αναγνώστης να περιμένει αποκαλύψεις, λογοτεχνικές ή ενδοκειμενικές, δεν πρέπει να αναμένει στοχασμούς εις βάθος. Μπορεί, όμως, να αναλογιστεί επιτέλους, ότι, δυστυχώς, για κάποιους καλλιτέχνες οποιασδήποτε μορφής τέχνης, ο ομοφυλόφιλος ερωτισμός δεν εντοπίζεται πάντα μεταξύ συγγραφέων, ηθοποιών, διανοουμένων ή όποιων άλλων εστέτ χαρακτήρων.
Ο ερωτισμός, αφενός, είναι ένας και, αφετέρου, ανήκει σε όλους.
Ας το δεχτούμε.
[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική]
[Ο Δημήτρης Χατζόπουλος είναι εδώ και πολλά χρόνια ραδιοφωνικός παραγωγός. Το «Μπριγιόλ» είναι το πρώτο του βιβλίο]
Saturday, June 28, 2008
Ημερολόγιο Αβάνας της Ιουστίνης Φραγκούλη
Οι εικόνες, τα συναισθήματα, οι λέξεις δείχνουν σαφώς πως πρόκειται για μια νέα μορφή ταξιδιωτικού κειμένου, που δεν στηρίζεται στις λεπτομερείς περιγραφές αλλά στην εξαιρετική απόδοση της ατμόσφαιρας। Βέβαια, η έκδοση σαφώς αδικείται απο τις φωτογραφίες που είναι τυπωμένες ασπρόμαυρες και λόγω του κόκκου χάνουν την καθαρότητά τους. Ισως η επανέκδοση θα πρέπει να τυπωθεί σε έγχρωμο για να απολαύσουμε κι εμείς οι αναγνώστες της Ελλάδας τις σμαραγδιές αναφορές της συγγραφέως.
Του Μπάμπη Δερμιτζάκη
Τίτλος: «Ημερολόγιο Αβάνας»
Συγγραφέας: Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη
Εκδόσεις: Ηλέκτρα, 2008 Σελίδες:135
http://lexima.blogspot.com
«Ημερολόγιο Αβάνας» είναι ο τίτλος που δίνει στο νέο της βιβλίο η Ιουστίνη Φραγκούλη, δημοσιογράφος, μυθιστοριογράφος και πολιτιστικός πρέσβης της χώρας μας στον μακρινό Καναδά, αν και ο τίτλος που αντιστοιχεί περισσότερο στο περιεχόμενό του είναι «Ταξιδιωτικό ημερολόγιο Αβάνας»। Πρόκειται για τις ημερολογιακές σημειώσεις που έγραψε η Ιουστίνη κατά το τελευταίο της ταξίδι στην Κούβα। Το άνετο αφηγηματικό στυλ της Ιουστίνης το έχουμε ήδη επισημάνει στα δυο μυθιστορήματά της, και εξακολουθεί να τη διακρίνει και σ’ αυτό το διαφορετικό λογοτεχνικό είδος। Μικρές προτάσεις, με τις οποίες εστιάζει σε αυτό που της προκαλεί το ενδιαφέρον όχι περισσότερο από το αναγκαίο. Δεν έχω πάει στην Κούβα, και έτσι κουβαλάω μαζί μου το στερεότυπο που έχουν οι περισσότεροι γι αυτή τη χώρα. Το «Ημερολόγιο Αβάνας» της Φραγκούλη έρχεται να διορθώσει αυτό το στερεότυπο, χωρίς όμως να το ανατρέψει: μια χώρα ξενοιασιάς και γλεντιού, με διάχυτο ερωτισμό, παρά τη φτώχεια που μαστίζει τον πληθυσμό τα τελευταία χρόνια. Ίσως και εξαιτίας του. Ελληνική είναι η παροιμία που λέει «η φτώχεια θέλει καλοπέραση». Γράφει κάπου στο βιβλίο της η Ιουστίνη ότι το επίπεδο ζωής βρίσκεται ακόμη πολύ μακριά από το επίπεδο που είχε το 1991. Ήταν η χρονιά που κατέρρευσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, και όλοι ανακουφιστήκαμε που απομακρύνθηκε ο κίνδυνος ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος. Η ανακούφιση βέβαια κράτησε λίγο, γιατί είδαμε τα αποτελέσματα που είχε η εξάλειψη του αντίπαλου δέους. Οι Αμερικάνοι, με όλη τους την άνεση πια, μπορούσαν να στραγγαλίσουν οικονομικά με το εμπάργκο τους τη μικρή χώρα που τόλμησε να υψώσει το ανάστημά της απέναντί της. Οι εικόνες που μας δίνει η Ιουστίνη, με τα άδεια σουπερμάρκετ και τις ουρές που δημιουργούνται όταν μαθεύεται ότι κατέφθασαν κάποια προϊόντα θυμίζουν εικόνες από τις σοσιαλιστικές χώρες, μόνο που αυτές δεν οφείλονται πια στο σοσιαλισμό αλλά στο εμπάργκο. Υπάρχουν και αρκετές φωτογραφίες στο βιβλίο. Ασπρόμαυρες. Μπορεί να μπήκαν ασπρόμαυρες για να μειωθεί το κόστος της έκδοσης, όμως ταιριάζουν απόλυτα με την ασπρόμαυρη ζωή των κατοίκων της. Ασπρόμαυρη γιατί συνειρμικά παραπέμπει στον ιταλικό νεορεαλισμό ή στη δική μας δεκαετία του πενήντα. Ενώ συνήθως στα ταξιδιωτικά έργα ο συγγραφέας αφηγείται με ένα απρόσωπο «εγώ», εδώ η Ιουστίνη αφηγούμενη αυτοπροσωπογραφείται, δίνοντας παράλληλα και μια συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα στο έργο, φορτισμένη από την απουσία της αγαπημένης αδελφής. Μαζί της είχε έλθει αρκετές φορές στο παρελθόν στην Κούβα, όμως ο θάνατος της στέρησε στο εξής τη συντροφιά της. Σύμβολο της απουσίας της η πεταλούδα-ψυχή, που συνοδεύει συχνά την Ιουστίνη στους περιπάτους της: «Η αδελφή μου είναι παντού: στις αναμνήσεις, στους δρόμους, στις μυρωδιές, στις εικόνες. Μου ’ρχονται συνέχεια στο νου τα χαχανητά μας στο αντίκρυσμα των αχόρταγων αντρικών βλεμμάτων. Με συντροφεύουν οι κρυφές μας κουβέντες το βράδυ στο κρεβάτι. Οι πεταλούδες εξακουλουθούν να πετάνε γύρω μου σχεδόν γιορταστικά. Σα να με περιμένουν σε κάθε μου έξοδο. Φαίνεται πως η Κωνσταντίνα είναι δίπλα μου, πως κατεβαίνει ώρες-ώρες απ’ τη γειτονιά τ’ ουρανού για να με συντροφεύει…» (σελ. 47).Τα αποσιωπητικά δικά της. Δεν θέλει να μιλήσει περισσότερο για το πένθος της, μας δείχνει όμως ότι είναι συνεχώς παρόν. Όχι μόνο με τα αποσιωπητικά αυτά. Οι πεταλούδες, σαν λάιτ μοτίφ, επανέρχονται συνεχώς στις σελίδες του βιβλίου της. Η Ιουστίνη ενδιαφέρεται για την ομογένεια. Ομογενής και αυτή σε μια άλλη χώρα, ψάχνει τους ομοίους της, ίσως σε μια ασυνείδητη επιθυμία να μοιραστούν τη νοσταλγία για την πατρίδα. Παίρνει τηλέφωνα, τους ψάχνει, με κάποιους συναντιέται και μας παρουσιάζει τα πορτρέτα τους. Οι προσωπικές τους ιστορίες αποτελούν μια συναρπαστική αφήγηση μέσα στη συγχρονία της ταξιδιωτικής περιπλάνησης. Μου άρεσε πάρα πολύ το βιβλίο. Και μακάρι να πραγματοποιηθεί η ευχή που μου έγραψε η Ιουστίνη στην αφιέρωση, «να ταξιδέψεις στην Κούβα μου» Στην Κούβα της. Ανήκει πια στην Κούβα, και η Κούβα σ’ αυτήν.
Saturday, June 14, 2008
Η βιομηχανοποίηση του μυθιστορήματος
Ωστόσο, παραθέτω την εγκωμιαστική κριτική της Λίνας Πανταλέων για τη Βίλα Κομπρέ, την οποία βρίσκω εξεζητημένη και απόλυτα επιτηδευμένη.
Η ΒΙΛΑ ΚΟΜΠΡΕ, ΤΗΣ ΛΙΝΑΣ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Ηκατάκτηση της αυτογνωσίας μέσα από το πένθοςΑδαμόπουλος Θάνος εκ του Αθανασίου, γιος νεκροθάφτη। Ακόμα και αν το τελευταίο μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη δεν ήταν κατάφορτο από συμβολισμούς, εγκατασπαρμένους σε υποφωτισμένα σημεία της ιλιγγιώδους πλοκής, η ταυτότητα του κεντρικού ήρωα είναι αρκούντως ευρηματική, δηλωτική της αμφισημίας της περιπέτειάς του। Η θανή είναι συνυφασμένη με τη ζωή του Θάνου, μεγαλωμένου ανάμεσα στους νεκρούς που φρόντιζε ο πατέρας του λίγο πριν από την ταφή, χαρίζοντάς τους τη μικρή αθανασία μιας «πολαρόιντ»। Με τον θάνατο του πατέρα, αφετηρία της αφήγησης, ο γιος υποβάλλεται στην οδυνηρή επιστροφή στις ρίζες, μετουσιωμένος βαθμιαία σε ένα θλιβερό κακέκτυπο του εκλιπόντος, νεκρός και μαζί νεκροθάφτης που σκάβει στα πετρώδη υποστρώματα της ύπαρξής του για την ανακομιδή του εσώτερου εαυτού του. Η επιστροφή του τον πάει πολύ πιο πίσω από την περιφρονημένη γενέτειρα, οδηγώντας τον σε έναν ανοίκειο χωροχρόνο, όπου όχι μόνο θα συναντηθεί με τον γεννήτορα, αλλά και θα προσεγγίσει τον αρχέτυπο πρόγονο του επωνύμου του, ταξιδεύοντας στα πέρατα της υπόστασής του. Μολονότι αγωνιά να διατηρήσει μια φυγόκεντρη τροχιά, παρεμβάλλοντας ανάμεσα στον ίδιο και τους ανοιχτούς τάφους της μνήμης και του γενέθλιου τόπου μια ολοένα μεγαλύτερη απόσταση, καταλήγει τελικά στο κέντρο από το οποίο απομακρυνόταν εδώ και είκοσι οχτώ χρόνια, στον θαμμένο του εαυτό.Παραλήπτης μιας ιστορίας«Ο πατέρας έχει να πει μιαν ιστορία». Ο Θάνος δεν είναι καθόλου διατεθειμένος να αποκρυπτογραφήσει το ακατάληπτο «μεταθανάτιο κείμενο» που του κληροδότησε ο πατέρας του, αν και οι απίθανες περιπέτειές του κατατείνουν ακριβώς στην αποδοχή αυτής της πατρικής αφήγησης. Εξυπνη η επιλογή του Σταμάτη να βαφτίσει τον νεκρό πατέρα Πολύβιο, να του δώσει δηλαδή το όνομα του αρχαίου Ελληνα ιστορικού. Οι εξιστορήσεις του τωρινού Πολύβιου έχουν έναν μόνο παραλήπτη, τον μόνο ικανό να τις αποτιμήσει όσο και να τις αξιοποιήσει. Ο Θάνος θα χρειαστεί να φτάσει στο τέρμα της αναζήτησής του, για να αντιληφθεί τη σημασία αυτού του κειμένου, του οποίου η κατακλείδα γράφεται μέσα από τον τάφο. Μέχρι, ωστόσο, να αποδεχθεί το χρέος της παραλαβής, ξαπλώνει διαδοχικά σε πολύμορφα φέρετρα προκείμενου να κάνει το «είναι» του να «ειπωθεί». Η πορεία του δεν είναι απλώς φυγόκεντρη, αλλά και καθοδική. Αποτινάσσοντας νωρίς την ταφόπλακα της θεσσαλικής επαρχίας και εγκαταλείποντας οριστικά τα μικροσκοπικά σπίτια που ανακάλυπτε με την παιδική αρχιτεκτονική του φαντασία στις κουφάλες των δέντρων, κατέρχεται σε υπόγειο διαμέρισμα του αθηναϊκού κέντρου για να βυθιστεί ύστερα από χρόνια, αυτός «ο κληρονόμος ενός λάκκου», στη γούβα που είχε σχηματίσει το σώμα του φευγάτου πια πατέρα στο κρεβάτι. Υποβλητική η πρώτη σελίδα όταν ο ήρωας δρασκελίζοντας το κατώφλι του πατρικού του έχει την αίσθηση πως ο φασματικός του ένοικος, το μόλις αφυπνισμένο παρελθόν του, του επιτίθεται με απρόσμενη βαναυσότητα. Δεν θα αργήσει να ανταποδώσει τη «γροθιά που του ήρθε καταπρόσωπο» από το επέκεινα, γυρνώντας την πλάτη του στον νεκρό που περιμένει τον θρήνο του, μαγνητισμένος από έναν άλλο θάνατο, αυτόν που απαθανατίστηκε στη φωτογραφία μιας νεαρής γυναίκας. Η φωτογραφία μοιάζει να είναι το μυστικό κληροδότημα του πατέρα, όμως ο Θάνος αδυνατεί παντελώς να κατανοήσει τις ιερογλυφικές της σημάνσεις και γι' αυτό πασχίζει εμμόνως να τις καταστήσει μεταφράσιμες. Η νεκρή γυναίκα τού προσφέρει τον μίτο για να εισδύσει στις λαβυρινθώδεις ατραπούς του πένθους και να εξουδετερώσει το άγνωστο θηρίο που τον παραμονεύει βαθιά μέσα του. Από το υπόγειο της Χαριλάου Τρικούπη θα καταβυθιστεί στον χαμένο χρόνο της Βίλας Κομπρέ, ενός υπερήλικου, μυθιστορηματικού αρχοντικού, για να καταδυθεί κατόπιν στο απόκοσμο σκοτάδι της αφρικανικής ζούγκλας, όπου φωλιάζοντας στην κουφάλα ενός δέντρου ιερού θα συναντηθεί για πρώτη φορά ουσιαστικά με τον πατέρα του. Το αίμα από τα χείλη της νεκρής γυναίκας στην παλιά «πολαρόιντ», ανεβαίνει τελικά στα χείλη του Θάνου. Η εσωτερική αιμορραγία, απόρροια του ανεσταλμένου θρήνου, φτάνοντας στα χείλη του εξωτερικεύεται με τις μόνες λέξεις που μπορούν να ανταλλάξουν οι ζωντανοί με τους αγαπημένους απόντες, τα δάκρυα. Πριν από το καθαρτήριο κλάμα, ωστόσο, το νερό, δεσπόζον μοτίβο της αφήγησης, θα ξεπλύνει τον ήρωα από τις αντιστάσεις του και το πένθος του θα γίνει «λύσιμο». Κλαίγοντας πάνω από το μνήμα του πατέρα του το κουβάρι του περασμένου χρόνου θα «λυθεί».Ειρωνικοί συμβολισμοίΟ Σταμάτης εκμεταλλεύεται δεξιοτεχνικά τη φωτογραφία σε συνάρτηση τόσο με την προβληματική του θανάτου όσο και με την ιδιοσυστασία του πρωταγωνιστή. Ενδεικτικός ο παρακάτω συσχετισμός: «[...] η φωτογραφία, όπως και ο χαρακτήρας του ανθρώπου, αναπτύσσεται στο σκοτάδι». Η επιμελής σκηνοθεσία των νεκρικών πορτρέτων, εξωραϊστικών όσο και γαληνευτικών, βρίσκεται σε απόλυτη αντιστοιχία με τις αλλεπάλληλες υποκρίσεις διαφορετικών προσωπείων από τον Θάνο, του οποίου η πλέον δεσποτική αγωνία είναι να μη φαίνεται τίποτα από αυτόν. Ωστόσο, η μεταμφίεση του εαυτού προϋποθέτει τη γνώση του. Ο Θάνος μοιάζει να μη γνωρίζει τίποτε γι' αυτό που είναι, με συνέπεια κάθε μάσκα που επιχειρεί να φορέσει, αργά ή γρήγορα να του πέφτει από το πρόσωπο. Από το άλλο μέρος, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το προοδευτικό και καταφανώς αλληγορικό βούλιαγμα του ήρωα στη γη ή, αλλιώς, η μυσταγωγική του συνάντηση με τη χοϊκή διάσταση της υπόστασής του. Στην υπόδειξη αυτής της επανασυμφιλίωσής του με το χώμα, μετωνυμία της γενέτειρας και ταυτοχρόνως του φρεσκοσκαμμένου τάφου, συμβάλλει δραστικά το κομμάτι της Αφρικής, όπου η περιπλάνησή του παραλληλίζεται με ταξίδι «στην παιδική ηλικία της Γης», σε έναν «τόπο-μηδέν». Η παραισθητική του πεζοπορία μέσα στη ζούγκλα αντανακλά έξοχα τη δυσχέρεια των υπαρξιακών διαδρομών· δυσχέρεια καθρεφτισμένη λοξά στις τελετές των ιθαγενών, υπό ένα συμβολικό πρίσμα ιεροτελεστίες ενηλικίωσης. Από το αφρικανικό ιντερλούδιο αξίζει να κρατήσουμε την άγρια σεξουαλική συνεύρεση του κυρίου Ζήτα και της κυρίας Θήτα στο πλαίσιο μιας δυσεξήγητης τελετουργίας καθώς και τη μυστήρια θεότητα του ορίου, τον Εσου. Ζωή και θάνατος σε παραλληλία και ανάμεσά τους ο ήρωας να παλεύει να απευθυνθεί στον εαυτό του σε δεύτερο πρόσωπο, να μιλήσει «[...] την περίεργη Εσπεράντο, με την οποία η ψυχή συνδιαλέγεται με τον εαυτό της».Πρέπει να προσεχθεί πως τα αλληγορικά επίπεδα της αφήγησης δεν προκύπτουν από μια εξεζητημένη συμβολοποίηση, αλλά λειτουργούν ειρωνικά, υποδηλώνοντας την αναιτιότητα των αναζητήσεων του ήρωα. Ο τελευταίος ψάχνει το οικείο μέσα στο ανοίκειο, επιμένοντας να διακρίνει στο άγνωστο κάτι δικό του. Το νόημα της ασθματικής του δράσης εκρέει από τα αδιέξοδα της σκέψης του. Εξαιρετική η σύνοψη της ιδιόρρυθμης μεθόδου αυτοσυνειδησίας του ήρωα στη διατύπωση: «εκβίαζε τον οιωνό μες στο χάος». Οταν οι μαύρες τρύπες αυτού του χάους φωτίζονται δεν του εξηγούν, όπως ήθελε να πιστεύει, τον εαυτό του, αλλά του αποκαλύπτουν τις ψευδαισθήσεις του. Αν μια φωτογραφία περισσότερο κρύβει παρά φανερώνει, ένα εκβιαστικό βλέμμα περισσότερο αυταπατάται παρά βλέπει. Το ταξίδι του Θάνου δεν είναι παρά η πλάνη ενός πλάνητος, ενός ταξιδευτή που φτάνει στον προορισμό του επιστρέφοντας στο σημείο εκκίνησης, ενός παιδιού που ενηλικιώνεται χωρίς ποτέ να βρει ένα τιμόνι για τα ακυβέρνητα ποδήλατά του.ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 30/05/2008
Saturday, May 31, 2008
Διάλογος Για Την Ελληνικότητα
Ελληνικότητα ναι, αλλά όχι με τους όρους της Γκόλφως!
Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ
Γράφει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος: ttheodoropoulos@oceanida.gr
Ο Νίκος Εγγονόπουλος συνάντησε τη βυζαντινή τέχνη μέσα από τα εκφραστικά προβλήματα που του έθετε ο σουρεαλισμός του. Μόνο με αυτούς τους όρους μπορούμε να μιλάμε σήμερα για «ελληνικότητα». Με όρους δημιουργίας, όχι ταυτότητας, λέει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος.
ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΡΙΝΩ ΠΟΣΟ, ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΙΟΝ ΤΡΟΠΟ, ΕΠΗΡΕΑΣΕ Η ΟΛΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙ «ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ» ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ. ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΟΜΑΙ ΣΤΙΣ ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ, ΣΤΑ ΜΑΝΙΦΕΣΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΛΛΗΝΟΠΡΕΠΟΥΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΠΟΥ ΟΙ ΙΔΙΟΙ, ΠΡΩΤΟΙ ΑΠ΄ ΟΛΟΥΣ, ΜΟΛΙΣ ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΝ ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΣ, ΤΟΥΣ ΤΣΑΛΑΠΑΤΟΥΣΑΝ
Αναφέρομαι στο ίδιο τους το έργο, σ΄ αυτήν την ιδιαίτερη και ιδιότροπη χημεία της δημιουργίας η οποία παράγει αντιδράσεις, τις περισσότερες φορές ως καλώς γνωρίζουμε, ερήμην των προθέσεων, καλών ή κακών, αγαθών ή μοχθηρών, του δημιουργού.
Τον Ντοστογιέφσκι δεν τον κρίνεις από την αρθρογραφία του, τις απόψεις του περί πανσλαβισμού και όσα ρίγη συγκίνησης του προκαλούσε η ιδέα της Μεγάλης Ρωσίας που επέπρωτο να λυτρώσει τον κόσμο από πάσα νόσο. Αν τον έκρινες έτσι θα κατέληγες στο συμπέρασμα πως ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος όλων των εποχών ήταν ένας ημίτρελος και θρησκόληπτος ιδεολόγος.
Τον Μπαλζάκ δεν τον κρίνεις ως βασιλόφρονα, γι΄ αυτό και ο Μπαλζάκ δεν είναι απλώς ένας εκκεντρικός νοσταλγός του «Παλαιού Καθεστώτος» που έπινε πολλούς καφέδες και λάτρευε το κοσμικό Παρίσι, όπως και ο Σταντάλ, ευτυχώς για μας και για τη λογοτεχνία, δεν είναι απλώς ένας ακόμη οπαδός του Μεγάλου Ναπολέοντα που είχε μια λόξα με τις γραφικότητες της Ιταλίας.
Γνήσιος Ρώσος ο ένας, γνήσιοι Γάλλοι οι άλλοι δύο, όμως αυτό που μας ενδιαφέρει εμάς, τους αναγνώστες του 21ου αιώνα, δεν είναι η γνησιότητα της ταυτότητάς τους- εθνικής, γλωσσικής, πολιτικής ή θρησκευτικής- αλλά η γνησιότητα της δημιουργίας τους. Γιατί η λογοτεχνική δημιουργία, όπως κάθε καλλιτεχνική δημιουργία, οικοδομεί τη δική της γνησιότητα.
Αυτή είναι η αξία της, αυτή είναι η δύναμή της και γι΄ αυτό η καλλιτεχνική δημιουργία παραμένει πολύτιμο αγαθό σ΄ έναν κόσμο που, καταργεί μεν τα σύνορα και τους δασμούς για τα εμπορεύματα, υψώνει όμως όλο και μεγαλύτερα τείχη για τις ψυχές που τον κατοικούν. Ο εθνικός, γλωσσικός, θρησκευτικός ή και πολιτικός προστατευτισμός, με τους φανατισμούς που συνεπάγεται μπορεί να βολεύει τον τρόμο που μας προκαλούν τα μεγέθη του παγκόσμιου χωριού, όμως, εκτός τού ότι είναι πολλές φορές θανατηφόρος στην κυριολεξία, υπονομεύει τη διαπραγματευτική μας ικανότητα απέναντι στο παρόν.
Ο προστατευτισμός που στοχεύει την καλλιτεχνική δημιουργία μοιάζει περισσότερο ανώδυνος, αφού δεν παράγει καμικάζι Ταλιμπάν. Ενίοτε δε, μετά την απόσυρση των παραδοσιακών μορφών λογοκρισίας, μας φαίνεται και χαριτωμένος ή γραφικός. Όμως, επειδή είναι ηχηρός, επειδή φωνάζει- γιατί εκεί που ο δημιουργός ψάχνει στα τυφλά, ο ιδεολογικός του προστάτης διαλαλεί τα ευρήματά του- έχει τη δυνατότητα να φαλκιδεύσει τη γνησιότητα της δημιουργίας στο όνομα της δικής του ιδεολογικής γνησιότητας.
Θα μου πείτε ότι κομίζω γλαύκα εις Αθήνας. Μπορεί. Το κάνω επειδή πιστεύω πως η συζήτηση που έχει ξεκινήσει στις σελίδες αυτής της εφημερίδας τις τελευταίες εβδομάδες, για τις «πολυεθνικές» και την «ελληνικότητα» μπορεί, όταν καταλαγιάσει λίγο ο κουρνιαχτός του εκνευρισμού, να μας οδηγήσει σε ορισμένα, μάλλον χρήσιμα, συμπεράσματα για την κατάσταση της πνευματικής μας κοινότητας.
Της πνευματικής μας κοινότητας είπατε; Μήπως αναφέρεστε σ΄ αυτό το σιωπηρό φάντασμα που περιφέρεται από βιβλιοπωλείο σε βιβλιοπωλείο και από βιβλίο σε βιβλίο; Αυτό που σιωπά, ως μη όφειλε, απέναντι στα μεγάλα προβλήματα του τόπου; Σιωπά, πλην όμως παραμένει λαλίστατο: μιλάει στα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις, γράφει στις εφημερίδες, απαγγέλλει από σκηνής, κι όμως, το μόνο που ακούγεται είναι η σιωπή του. Σαν να το χτύπησε η κατάρα της Κασσάνδρας, σαν κανείς να μη μπορεί να το πιστέψει.
Γιατί δεν το ακούν; Γιατί δεν μας ακούν; Μήπως γιατί ο κόσμος είναι κακός; Ή μήπως γιατί κι εμείς λέμε ό,τι λένε όλοι οι άλλοι, οπότε αφού ακούν τους άλλους, δεν τους περισσεύει χρόνος να ακούν κι εμάς, που τα λέμε και λίγο πιο περίπλοκα. Εισαγγελέας της ταυτότητάς μας ο Άνθιμος, ανθυποεισαγγελείς κι εμείς από πίσω. Ρέκτης του προοδευτισμού ο Τσίπρας, προοδευτικοί κι εμείς από πίσω, μη χάσουμε και διαδηλώσουμε την αγανάκτησή μας στο υπουργείο Πολιτισμού- ευτυχώς δεν εξαρτάται από μας η ηλεκτροδότηση της χώρας.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ ΜΑΣ
Ο Καβάφης δεν υπήρξε μεγάλος ποιητής επειδή έγραψε ελληνικά. Είναι μεγάλος ποιητής γιατί έγραψε την Πόλη. Ο Παπαδιαμάντης δεν υπήρξε μεγάλος συγγραφέας επειδή έψελνε και έπινε ρετσίνα. Είναι μεγάλος συγγραφέας επειδή έγραψε τη Φόνισσα. Ή μήπως θέλετε να μου πείτε πως η Φραγκογιαννού είναι η ενσάρκωση της γνήσιας ελληνικής ψυχής σε όλη της τη δολοφονική μανία;
Και ο μεν και ο δε έγραψαν ελληνικά. Συνομιλούσαν όμως με άλλους που δεν έγραφαν ελληνικά, που έγραφαν γαλλικά, αγγλικά ή ρώσικα, και συνομιλούσαν επί ίσοις όροις, γιατί μιλούσαν την ίδια γλώσσα, τη γλώσσα της δημιουργίας.
Μπορούμε να μιλάμε για «ελληνικότητα» εν έτει 2008, στο καθεστώς της παγκοσμιοποιημένης οικουμένης; Βεβαίως μπορούμε, αρκεί να μη μιλάμε με τους όρους της Γκόλφως, αλλά με τους όρους του Εγγονόπουλου, με τους όρους του δημιουργού που βρήκε τη βυζαντινή τέχνη μέσα από τα εκφραστικά προβλήματα που του έθετε ο σουρεαλισμός του. Όπως ο Πικάσο συνάντησε τις αφρικανικές μάσκες.
Η «ελληνικότητα» ως στοιχείο της ταυτότητας είναι ένα στείρο, φοβικό σύμπλεγμα. Η «ελληνικότητα» ως εσωτερική ρωγμή, ως στοιχείο της δημιουργίας, παραλλαγμένη, μεταμορφωμένη, μεταλλαγμένη από μια δύναμη που ξεπερνάει τα όριά της και αυτοσαρκαζόμενη, έφτιαξε μερικά από τα σημαντικότερα έργα τέχνης της ιστορίας μας.
Ο κόσμος μας πάσχει από πληθωρισμό ταυτοτήτων. Εκείνο που του λείπουν είναι τα έργα, αυτά που θα μας βοηθήσουν να ανακτήσουμε τη χαμένη εμπιστοσύνη απέναντι στον εαυτό μας, αυτά που θα μας βοηθήσουν να σταθούμε όρθιοι απέναντι στο φάντασμα του τρόμου μας.
Saturday, May 24, 2008
Θανάσης Βαλτινός: ένα διαφορετικό σενάριο για τον εθνικό μας ποιητή
1823. Ένα μόνιππο κατηφορίζει προς έναν κάμπο με ελιές. Μέσα, ο 25άρης Διονύσιος Σολωμός και η Μαρία Παπαγεωργοπούλου. Σκύβει να τη φιλήσει, αλλά την τελευταία στιγμή σταματάει. Γι΄ αυτήν θα γράψει λίγο αργότερα τη «Φαρμακωμένη».
1836. Ο Σολωμός έχει έρθει από την Κέρκυρα στη Ζάκυνθο για να υπερασπιστεί την περιουσία και τον τίτλο του στη δίκη που τον φέρνει αντιμέτωπο με τη μάνα και τον ετεροθαλή αδελφό του. Είναι το τελευταίο του ταξίδι στη γενέτειρά του και προσπαθεί να συναντήσει τον παλιό του φίλο Γιώργη Δε Ρώσση, Έπαρχο πια, προκειμένου να βολιδοσκοπήσει ποιους θα υποστηρίξει. «Είναι θυμωμένος μαζί σου. Λέει ότι χρησιμοποιείς τους ανθρώπους», του εκμυστηρεύεται η γυναίκα του...
Η ερωτική ιδιορρυθμία του Σολωμού, οι προσωπικές ανακολουθίες του με τους φίλους, η λατρεία της μάνας που μετατράπηκε σε απώθηση. Ο Σολωμός που εκφράζει την ανασφάλειά του στον Σπύρο Τρικούπη- «τα ελληνικά τα ξέρω ελάχιστα, πώς θα μπορούσα να γράψω κάτι καλό;»· ο Σολωμός που «αγοράζει λέξεις» στα καπηλειά· ο Σολωμός που τον φωνάζουν Νιόνιο, έφιππος ή γυμνός στη θάλασσα· ο Σολωμός με την παλάμη στην καρδιά μπροστά στον Φον Στάκελμπεργκ που θα του ζωγραφίσει το πορτρέτο, εξηγεί ότι κυνηγά να εκφράσει κάτι άγνωστο· ο Σολωμός στο δωμάτιό του με άδεια μπουκάλια κρασί· ο Σολωμός που προσπερνά τον Κάλβο με ένα νεύμα στην Κέρκυρα το 1848· ο Σολωμός με τον Μάντζαρο ο οποίος μελοποιεί τον «Ύμνο», αλλά του εκθειάζει τον «Πόρφυρα» κι ας μην έχει εθνικό θέμα. «Ο κόσμος πρέπει να μάθει ότι εθνικό πραγματικά είναι ό,τι είναι αληθινό», του απαντά ο 50άρης πια ποιητής, περνώντας από τα ιταλικά στα ελληνικά...
Ο Θανάσης Βαλτινός το δηλώνει ευθέως από τις πρώτες σελίδες αυτού του 13ου βιβλίου του. Δεν τον ενδιαφέρουν οι αρετές του εθνικού μας ποιητή, αλλά αυτά που αποφεύγουν να θίξουν οι μελετητές του: ο ναρκισσισμός του, η εμπάθειά του, η ευθιξία του, η φιλοδικία του, αλλά και η απελπισία του όταν παλεύει με τη γλώσσα, το πείσμα του, τα αδιέξοδά του. Αυτό το φοβερό «σκατά» που γράφει στα μουντζουρωμένα χαρτιά του με τις ιταλικές και ελληνικές παραλλαγές των ποιητικών του σπαραγμάτων...
Γι΄ αυτό και βασίστηκε στην Αλληλογραφία και στα Αυτόγραφα του Σολωμού: επειδή από εκεί προκύπτει ο ψυχισμός του...
Ως προς το περιεχόμενο λοιπόν, ο 76χρονος συγγραφέας μένει πιστός στο λογοτεχνικό του χαρακτηριστικό: την προσήλωση στη μαρτυρία (η συνάντηση με τον Κάλβο είναι από τις ελάχιστες αυθαιρεσίες του). Ως προς τη μορφή όμως, κάτι αλλάζει στα Άνθη της αβύσσου. Ο Βαλτινός πήρε το σενάριο που είχε γράψει το 1996 για την ταινία την οποία... δεν γύρισε τελικά ο Τώνης Λυκουρέσης, το ξανάγραψε κρατώντας την αποστασιοποιημένη και ασυγκίνητη γραφή του, πρόσθεσε κάποιες σκηνές- λ.χ. στο δικαστήριο- αφαίρεσε άλλες, κινηματογραφικής λογικής, και χρησιμοποίησε ως εισαγωγή μια (δημοσιευμένη το 2003) «επιστολή» του προς τον «Κόντε», η οποία υπογραμμίζει τη λοξή ματιά ενός σημερινού δημιουργού απέναντι στο εθνικό πρότυπο.
Το αποτέλεσμα είναι ένα ελλειπτικό αφήγημα όπου κυριαρχούν οι διάλογοι. Μια προσωπογραφία γυμνή από θεωρίες και λογοτεχνικότητα, κατατεμαχισμένη σε 58 σκηνές που μάλλον υποβάλλουν παρά δηλώνουν τις ιδιορρυθμίες και το δράμα του Σολωμού κατά την περίοδο 1822-1848.
Φυσικά, δεν υπάρχει ολόκληρος ο Σολωμός εδώ. Δεν υπάρχει ο σατιρικός και σκωπτικός Σολωμός, δεν υπάρχουν οι κοινωνικοπολιτικές απόψεις του ούτε τα συμφραζόμενα της εποχής του, παρά μόνο νύξεις. Υπάρχουν οι φίλοι του, ο αδελφός του Δημήτρης ή ο δικηγόρος του Γαλβάνης, αλλά δεν υπάρχει ο μαθητής του Πολυλάς που τον «παρέδωσε«« στις επόμενες γενιές και η μάνα υπάρχει μόνο ως ανάμνηση ή ως τραύμα.
Όσο για το μαρτύριό του με τις λέξεις, αυτό δεν εικονοποιείται αλλά ανιχνεύεται σε λεπτομέρειες. Όσοι ξέρουν, λ.χ., θα αναγνωρίσουν τις ρίζες ενός στίχου του στα λόγια της αγρότισσας Τζωρτζίνας προς τον αμαξά: «Πήγαινε πες του να κόψει το νερό στη μάνα του, να το μπάσει στο περβόλι»...
Τα Άνθη της αβύσσου απευθύνονται λοιπόν στον υποψιασμένο αναγνώστη και λειτουργούν μάλλον σαν ηλεκτρικές εκκενώσεις που τον ερεθίζουν, παρά σαν παραμύθι που τον συνεπαίρνει.
Saturday, May 17, 2008
Το ελληνοαμερικανικό παράδειγμα: η άλλη λύση πέρα από την «Ελληνικότητα»
Γράφει ο Γιώργος Αναγνώστου
Εφημερίδα τα ΝΕΑ
Αν θυμηθούμε τον Θεοτοκά και την «Αργώ» του, θα συνειδητοποιήσουμε ότι η «ελληνικότητα» μάς έχει καλέσει να ριγήσουμε στη θέα «μια[ς] βάρκα[ς] που ψαρεύει ανάμεσα στην Πάρο και τη Νάξο», δηλαδή να βιώσουμε το περιβάλλον συγκινησιακά αλλά όχι και να το προασπίσουμε πολιτικά।
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ ΣΥΧΝΑ ΤΗΝ ΕΙΡΩΝΙΚΗ ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΠΟΛΛΩΝ ΕΛΛΑΔΙΤΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ, ΕΧΟΥΝ ΙΣΩΣ ΝΑ ΜΑΣ ΔΙΔΑΞΟΥΝ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΕΘΝΟΤΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ, ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ «ΠΟΛΙΤΙΚΟ» ΑΠΟ ΤΗ ΧΡΕΟΚΟΠΗΜΕΝΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ
«Εδώ καράβια χάνονται βαρκούλες αρμενίζουνε।» Με αυτή τη λαϊκή ρήση θα μπορούσε κάποιος να αντιδράσει στη συνεχιζόμενη αντιπαράθεση περί «Ελληνικότητας». Η εύλογη απορία του θα ήταν «τι συνεισφέρει τούτη η συζήτηση στην αγωνία αυτού του τόπου σήμερα, όταν η περιβαλλοντική κρίση, η χαμηλομισθία, η υποαπασχόληση, η κοινωνική παράλυση και η δυσπιστία πιέζουν για πολιτική λύση και όχι για ακαδημαϊκή ενδοσκόπηση;».
Η σύντομη απάντηση είναι ότι το θέμα «ταυτότητα» δεν είναι ανεξάρτητο από την πολιτική। Η ταυτότητα μάς προσδιορίζει και επομένως κατευθύνει τη δράση μας. Το ερώτημα λοιπόν τι είδους ταυτότητα προκρίνουμε, είναι ακραιφνώς πολιτικό. Γι΄ αυτό και διακυβεύονται τόσα στον «διάλογο» για την Ελληνικότητα.
Προς τα πού να στραφούμε λοιπόν για ένα καινούργιο όραμα ζωής, αν λάβουμε υπόψη μας και την κατάρρευση των αξιών; Στον ορίζοντα διαφαίνεται η (επι)στροφή προς τη δοκιμασμένη «Ελληνικότητα» και την επαναδιατύπωσή της όπως προτείνει ο Ν। Ξυδάκης («Η Καθημερινή» 5/4). Αποβάλλοντας την προγονοπληξία σαν νόσο και την «ακλόνητη ουσιοκρατία» σαν παρακμή, ο Ξυδάκης προκρίνει μια «άλλη οδό,» αυτήν της αισιόδοξης, ανοικτής, και ήπιας Ελληνικότητας που όμως επιμένει να μυθολογεί «δημιουργικά, τα νησιά και τους λερούς φουστανελάδες»... Κάτι που προκαλεί αμηχανία, από τη στιγμή που η επανεφεύρεση της Ελληνικότητας γίνεται με βάση κοινούς τόπους της αισθητικής ιθαγένειας! Παρόλα αυτά η δημιουργία ενός ρεύματος που προτείνει μια τέτοια επαναδιατύπωση της Ελληνικότητας ως κεντρικής συνιστώσας της νεοελληνικής ταυτότητας, δεν αποκλείεται. Πόσω μάλλον που προσφέρεται σαν απάντηση, και ταυτόχρονα παράκαμψη, της κριτικής θέσης «η Ελληνικότητα δεν είναι ουσία» (βλ. Σ. Γουργουρής)- μιας κριτικής θέσης που κλονίζει τις αλήθειες της Ελληνικότητας αφού πηγάζει από την ιστορικοποίηση του φαινομένου (βλ. Β. Λαμπρόπουλος, Α. Λιάκος, Δ. Τζιόβας)... Η ελκυστικότητα εντέλει αυτού του βολικά αόριστου προσδιορισμού της Ελληνικότητας έγκειται στο ότι εμφανίζεται αφενός ως μια εθνική πολιτισμική απάντηση στην κρίση νοήματος που μαστίζει την κοινωνία και αφετέρου ως άμυνα στην εξουσιαστική εξάπλωση της παγκοσμιοποίησης. Όπως κάθε Λόγος, αυτή η αισθητική Ελληνικότητα θα λειτουργήσει γόνιμα, προσφέροντας στους νέους μια πηγή νοήματος και υπερηφάνειας, ώστε να ζήσουν τον μύθο τους στην Ελλάδα «αυθεντικά», «σαν Έλληνες».
Όλα αυτά όμως ακούγονται οικεία, συναρπαστικά και αθώα μέχρι να συνειδητοποιήσει κανείς ότι αυτός ο «εφαρμοσμένος ρομαντισμός» της ταυτότητας που γίνεται αντιληπτή ως συγκινησιακό βίωμα, άφησε ιστορικά ανέγγιχτες τις πρακτικές εκείνες που προκαλούν τη σημερινή κρίση। Με άλλα λόγια, επειδή ακριβώς αυτού του είδους η ρομαντική Ελληνικότητα ιστορικά έχει λειτουργήσει σε πλαίσιο αισθητικής προσέγγισης και όχι πολιτικής δράσης, δεν αποφεύχθηκε ούτε η συστηματική απαξίωση των θεσμών ούτε η έλλειψη εμπιστοσύνης στις κοινωνικές συναλλαγές ούτε η εγκληματική καταστροφή του περιβάλλοντος.
Αναζητώντας λοιπόν ένα νέο μοντέλο, στρέφομαι προς μια ετερογενή κοινωνική κατηγορία: τους Έλληνες της Αμερικής, οι οποίοι, για λόγους που χρήζουν ξεχωριστής μελέτης, προκαλούν όχι μόνο τον χλευασμό και την ειρωνική απόρριψη αλλά ακόμη και την εχθρότητα πολλών Ελλαδιτών (Ένα δείγμα της πήραμε με τον χαρακτηρισμό κορυφαίων νεοελληνιστών της Αμερικής από τον Κ। Γεωργουσόπουλο σαν «Αμερικανάκια» της «κόκα-κόλα»). Μήπως όμως μια τέτοια περιφρόνηση μάς στερεί χρήσιμες προσεγγίσεις;
Αυτοί οι άλλοι Έλληνες με τους άλλους τρόπους, τις διαφορετικές προφορές και σίγουρα τις διαφορετικές εμπειρίες ίσως να έχουν κάτι ωφέλιμο να μας διδάξουν। Ο τρόπος λ.χ. με τον οποίο ορισμένοι Ελληνοαμερικανοί συγγραφείς προσεγγίζουν το παρελθόν ώστε να χτίσουν μια νέα εθνοτική ταυτότητα έχει να προτείνει και για την Ελλάδα ένα δημιουργικό μοντέλο μυθοπλασίας πέρα από αυτό της χρεοκοπημένης «Ελληνικότητας». Αυτοί οι συγγραφείς τολμούν να πάρουν αποστάσεις από την ηγεμονική εθνοκεντρική αφήγηση που θέλει τους Ελληνοαμερικανούς σαν μια ομάδα με ένδοξο παρελθόν και βιολογική προδιάθεση προς την κοινωνική και επιχειρηματική επιτυχία. Η ιστορικός Έλεν Παπανικόλα για παράδειγμα, που το ελληνικό κοινό τη γνώρισε μέσω του βιβλίου της Μια Ελληνική Οδύσσεια στην Αμερικανική Δύση (Εκδ. Εστία), ανασύρει τη μνήμη της ρατσιστικής περιφρόνησης την οποία βίωσε ως κόρη μεταναστών στην Αμερική του 1920 και μιλά για την άρνηση της κοινωνίας να την αποδεχθεί ως γνήσιαΑμερικανίδα. Η Παπανικόλα φωτίζει την ομοιότητα της προσωπικής της εμπειρίας με αυτήν των παιδιών έγχρωμων μεταναστών σήμερα· και προσκαλεί τους βολεμένους πλέον Ελληνοαμερικανούς να αντλήσουν από την εμπειρία της περιφρόνησης που στιγμάτισε τους γονείς και τους παππούδες τους, ώστε να καταπολεμήσουν την προκατάληψη και να συμπαρασταθούν στον αγώνα των φυλετικών μειονοτήτων για ίσα δικαιώματα. Με αυτόν το τρόπο μια ιστορικά προσδιορισμένη μνήμη ανασύρεται στην επιφάνεια και προσφέρεται σαν ένας κινητήριος μοχλός κοινωνικής και πολιτικής δράσης.
Η Παπανικόλα δεν είναι η μόνη που καταπιάνεται με θέματα μνήμης, ιστορίας, ταυτότητας και διαφυλετικών σχέσεων। Υπάρχει παράλληλα μια πλούσια ελληνοαμερικανική λογοτεχνία που πιστοποιεί μια ακμάζουσα και αναπτυσσόμενη πολιτισμική παρουσία στις «νέες πατρίδες» των Ελλήνων. Αναφέρω ενδεικτικά μερικά σύγχρονα έργα που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά: Μiddlesex ( Ανάμεσα στα Δύο Φύλα ) του Τζέφρι Ευγενίδη, Ιμάμ Μπαϊλντί (Κάθριν Ντέιβιντσον), Αμοιρολόιτος:Ο Λούις Τίκας και η Σφαγή στο Λάντλοου (Ζήσης Παπανικόλας), Φλεγόμενη Πόλη (Τζορτζ Πελεκάνος) και Ο Χαρτοπαίκτης (Χάρι Μαρκ Πετράκης).
Υπάρχουν λοιπόν ελληνοαμερικανικές πηγές από τις οποίες θα μπορούσαμε να αντλήσουμε μυθοπλασίες που τονίζουν ότι είναι ποικίλα τα ρεύματα σκέψης τα οποία εμπλέκονται στον αυτοπροσδιορισμό μας· που υποδεικνύουν τη συνύπαρξη με τον πολιτιστικά «άλλο» μέσα σε πλαίσια σεβασμού· που εμπνέουν την καταπολέμηση της εκμετάλλευσης κ.ο.κ.
__________
Ο Γιώργος Αναγνώστου είναι καθηγητής στο Οhio State University
Thursday, May 15, 2008
Θλιμένες υπάρξεις σε μια φλεγόμενη Αθήνα
Της Λίνας Πανταλέων
Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας
ΘΑΝΑΣΗΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣΡαγδαία επιδείνωση«ΠΑΤΑΚΗΣ»ΣΕΛ। 232, ?13,
«Σταματήστε επιτέλους! Σταματήστε να χτυπάτε!». Μια κραυγή μέσα στη νύχτα, μια απεγνωσμένη φωνή που πνίγεται στους ορόφους μιας κοιμισμένης πολυκατοικίας της πυρωμένης από την αυγουστιάτικη λάβα Αθήνας. Η πρώτη φράση ενός διηγήματος που δεν γράφτηκε ποτέ, καθώς ο δυνάμει συγγραφέας του πεθαίνει προτού προλάβει να μεταπλάσει τη ζωή του σε κείμενο. Πώς θα ήταν άραγε αυτό το κείμενο; Ποιες λέξεις θα μπορούσαν να αναπαραστήσουν μια κατερειπωμένη ζωή; Μήπως εξ αντανακλάσεως οι λέξεις των άλλων; Ο ηλικιωμένος συνταξιούχος που ανοίγει την αυλαία στο νέο μυθιστόρημα του Θανάση Χειμωνά επιχειρεί να ισοσταθμίσει την πικρία για τη ματαίωση των συγγραφικών του φιλοδοξιών με την όψιμη ανάληψη της συγγραφής ενός διηγήματος. Για μία εβδομάδα γίνεται μανιώδης συλλέκτης φράσεων, υποκλέπτοντας ξένες φωνές, όμως η ζωή, σπαράγματα της οποίας προσδοκούσε να εγγράψει στο κείμενό του, τον καταπίνει ακαριαία, χωρίς να του αφήσει το παραμικρό χρονικό περιθώριο για την αντιγραφή της. Ηττημένα από τη συνδιαλλαγή τους με την καθημερινότητα βγαίνουν, αργά ή γρήγορα, όλα τα πρόσωπα του βιβλίου, εξαιτίας της παντελούς αδυναμίας τους να αντεπεξέλθουν τόσο σε εξωτερικά όσο και σε εσωτερικά αιτήματα. Κάθε τους απαντοχή λιώνει στη λιποθυμική ζέστη ενός άξενου αθηναϊκού τοπίου, ναρκοθετημένου από τους λάκκους των πολλαχού εργοταξίων που στο παραισθητικό βλέμμα των ηρώων φαντάζουν με αβυσσώδεις χαράδρες, ανυπόμονες για το στραβοπάτημά τους. Οι κατ' όναρ εφιάλτες τους παρεισδύουν βαθμιαία στο μικρόκοσμό τους με άμεση συνέπεια τον εγκλωβισμό τους μέσα στους χειρότερους φόβους τους. Υπό το κράτος της παροξυμμένης τους σύγχυσης, τα αυθαίρετα ούτως ή άλλως όρια μεταξύ ψευδαίσθησης και πραγματικότητας διαλύονται για να αποκαλύψουν ένα πέρα για πέρα ζοφερό περιβάλλον. Εφιαλτικό αθηναϊκό τοπίοΟ Χειμωνάς εξεικονίζει μια απερίγραπτα εφιαλτική αθηναϊκή τοπιογραφία, ένα απροσδιόριστα δυσοίωνο σκηνικό που ενδείκνυται για την πλαισίωση ενός θιάσου διωκόμενων από ανυπόστατους διώκτες προσώπων. Αν ο επίδοξος συγγραφέας των εναρκτήριων σελίδων κατατρυχόταν από το άγραφο αριστούργημά του, ο Βασίλης, κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, δυναστεύεται από τον πανικόβλητο ψυχισμό του, εξίσου καταπιεστικό και για την ερωμένη του, την Ελια. Ο μέγιστος τρόμος της τελευταίας είναι η ενδεχόμενη εγκατάλειψή της από το σύντροφό της, απειλή παραλυτική στο μέτρο που θα την έφερνε αντιμέτωπη με το φάσμα της μοναξιάς. Τις στιγμές που η ηρωίδα είναι μόνη της, έχει τη δυσάρεστη αίσθηση πως οι άλλοι διαβλέποντας την ανοχύρωτη θέση της θα μπορούσαν ανενδοίαστα να παραβιάσουν την ιδιωτικότητά της. Εντυπωτικές για το υποδόριο κλίμα τρόμου οι συναντήσεις της με τη μυστήρια διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, μια ανεξήγητα ανατριχιαστική μορφή που μοιάζει να έχει αναδυθεί από το επέκεινα. Ενδεικτικές επίσης της ψυχικής ευθραυστότητας των ηρώων είναι δύο σκηνές όπου τόσο ο γηραιός συνταξιούχος όσο και η Ελια δυσκολεύονται αφάνταστα να διασχίσουν τον δρόμο για να περάσουν απέναντι. Από το άλλο μέρος, δεν είναι τυχαίο ότι το διαμέρισμα που αγοράζει η νεαρή γυναίκα εν είδει σωσιβίου για τον καταποντισμένο δεσμό της βρίσκεται σε αδιέξοδο, ενώ και τις δύο φορές που το επισκέπτεται τρέπεται τρομαγμένη σε φυγή. Γενικότερα, οι σκηνικοί χώροι του μυθιστορήματος με την επιτήδεια σκοτεινότητά τους αντανακλούν την τρομώδη ψυχοσύσταση των ενοίκων. Ο Χειμωνάς, εστιάζοντας το βλέμμα του σε επουσιώδεις λεπτομέρειες (π.χ. ο ανελέητος καύσωνας και η σκληρή θερινή ηλιοφάνεια, η απώλεια ενός πολύτιμου δαχτυλιδιού, τα ατελεύτητα έργα στην οδοποιία, μια στοίβα χαρτιά με ανακατωμένη αρίθμηση), υφαίνει μια τεταμένη, έντονα ανησυχητική ατμόσφαιρα, μια ανυπόφορη στην υπόκωφη έντασή της κατάσταση αναμονής που κάποτε εκτονώνεται με βίαια, εσωτερικά όμως πάντα, ξεσπάσματα. Οι απότομες συναισθηματικές ταλαντώσεις των ηρώων καταγράφονται με παγερή οξυδέρκεια σαν να πρόκειται για καταχωρίσεις σε κλινικό διάγραμμα όπου αποτυπώνεται η ραγδαία επιδείνωση μιας ασαφούς στη συμπτωματολογία της ασθένειας. Μια ανεπίσχετη επιδείνωση που κατατείνει στην πλήρη ψυχική απορρύθμιση. Τα πρόσωπα εμφανίζονται υποχείρια ενός εξοντωτικού άγχους, ενώ κάθε τους κίνηση στο παρόν ξυπνάει τον πόνο τραυμάτων από κοφτερά θραύσματα του παρελθόντος. Η γραφή, ή αλλιώς η καταφυγή σε μια κειμενική, εύπλαστη και ώς έναν βαθμό ασφαλή πραγματικότητα, όχι μόνο δεν κατευνάζει τις εσωτερικές συγκρούσεις, αλλά, αντιθέτως, επιφέρει την ανέκκλητη ρήξη με τον πραγματικό κόσμο. Ο συνταξιούχος πεθαίνει κυκλωμένος από ξένες φωνές, χωρίς να έχει βρει έστω και μία λέξη δική του για την αφήγηση της ζωής του, η Ελια φυλάσσει σε ένα τετράδιο φράσεις ερανισμένες από λογοτεχνήματα για να ονοματίσει τα ανείπωτα που τη συνθλίβουν, ο Βασίλης, υπεύθυνος για την επιμέλεια μιας διηγηματογραφικής ανθολογίας, συγκεντρώνει κείμενα, παλεύοντας ανεπιτυχώς να ταξινομήσει αριθμητικά τις σελίδες τους, φυλακισμένος σε ένα άναρχο μυθοπλαστικό περιβάλλον, ενώ μια παλιά του ερωμένη στο ερωτικό της διήγημα προλέγει με παράδοξη ακρίβεια τη θλιβερή του κατάληξη. Επικρεμάμενη βίαΘεματικός άξονας της ανθολογίας, η παραβατικότητα, ένας πρόσθετος νυγμός για μια αγριότητα εν αναμονή, σε διαρκή εκκρεμότητα. Τα ενδοκειμενικά εγκλήματα απηχούν τις σκοτεινότερες παρορμήσεις των προσώπων, τη χειραγώγησή τους από αγωνίες σαρκοβόρες που ουδέποτε εξωτερικεύουν, ει μη μόνον μυθοπλαστικά. Ομως τα γραπτά της επικείμενης έκδοσης, εξ ων δύο εγκιβωτίζονται στο μυθιστόρημα, δεν αποτελούν παρά τη φαιόχρωμη έκφανση των πλέον μελαινών φοβιών των γραφόντων. Αν οι λέξεις αποδεικνύονται, όπως συμβαίνει συνήθως, υπερβολικά ασθενικές για να τους σώσουν, απροστάτευτους τους αφήνουν επίσης τα ερωτικά τους πάθη. Ο έρωτας γίνεται το πεδίο όπου βγαίνουν λάβρες στην επιφάνεια συναισθηματικές μειονεξίες, απωθημένες ανάγκες και ανομολόγητες στενοχώριες, το πεδίο όπου ο βαθύτερος τρόμος της ύπαρξης προσωποποιείται στη μορφή του αντικειμένου του πόθου το οποίο πάντα φεύγει και ποτέ δεν ανήκει, ένα σημείο σταθερά αδιαπέραστο και απόμακρο. Εν ολίγοις, ένα πεδίο μάχης από το οποίο κανείς δεν αποχωρεί τροπαιούχος. Οπως διεισδυτικά γράφει η Ελια: «Ερωτας είναι το κενό ανάμεσα στο έρχομαι και στην αναμονή». Κάθε φορά που επιχειρούσε να προσεγγίσει τον Βασίλη αντίκριζε σε μεγάλη απόσταση από εκείνη «μια σκοτεινή κουκκίδα». Μετέωρη για πολύ καιρό σε αυτό το κενό και ολοένα πιο αποστραγγισμένη από την παραμικρή απαντοχή, αφήνεται τελικά να κατασπαραχθεί από την παρατεταμένη αναμονή, όταν έχει πια αποκλείσει οριστικά το «έρχομαι». Ελάχιστος δροσισμός στην περίκαυστη καθημερινότητα, ένα χιόνι ζεστό που αρχίζει αίφνης να πέφτει στο διαμέρισμα του Βασίλη, μια ψευδαισθητική, διακαής χιονόπτωση που είχε κάποτε ονειρευτεί η αγαπημένη του. Ωστόσο το ότι καταφέρνει να εισχωρήσει στο όνειρό της δεν σημαίνει παρά ότι έχει ανέκκλητα αποσυρθεί από την πραγματικότητά της. Το λευκό εδώ, το χρώμα της ανυπαρξίας. Ανυπαρξία που αφορά εξίσου τους ζωντανούς και τους νεκρούς του βιβλίου, αν όχι εξ ολοκλήρου τους πρώτους.
ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ